Άνισο Παιχνίδι
Κάποιο απόγευμα που βαριόμουν φριχτά, το έσκασα απ' τον γυναικωνίτη. Ξεγλιστρώντας, χάθηκα απαρατήρητη μέσ' στα ανήλιαγα σοκάκια της καστροπολιτείας. Καλοβράδιαζε όταν ανταμώσαμε. Κοντοστάθηκε. Κοιταχτήκαμε. Το τατουάζ στο μέτωπό μου μιλούσε από μόνο του. Μ' άρπαξε σαν παιχνιδάκι· το θράσος του μου έκοψε την ανάσα. Μύριζε κρασίλα κι απλυσιά· αυτό μ' ερέθιζε ακόμα περισσότερο. Αφέθηκα στα δυνατά χέρια του, στ' άγαρμπα χάδια του. Για κάτι τέτοιο δεν είχα ξεπορτίσει;
Με τράβηξε βίαια σε μια απόμερη γωνιά. Ήξερε ότι έπαιζε τη ζωή του κορώνα-γράμματα, μα εμένα δε μ' ένοιαζε αν μας έπιαναν, έχω το ακαταλόγιστο της τρανής γενιάς μου.
Οι αέρηδες λικνίζουν το σιδερένιο κλουβί που κρέμεται έξω απ' τα τείχη της Ακρόπολης. Μέρες τώρα, σαπίζει εκεί ψηλά, ο μορφονιός. Έπαιξε κι έχασε...
![]() |
| Η εικόνα είναι φτιαγμένη από την ΤίΝα |
"Unequal Stakes" (Originally written in Greek)
Some afternoon, dying of boredom, I slipped out of the women's quarters, unseen, into the sunless alleys of the citadel. Dusk was falling when we met. He hesitated for an instant. We looked at each other. The tattoo on my forehead spoke for itself. He seized me like a toy; his boldness took my breath away. He smelled of wine and unwashed skin — it excited me all the more. I surrendered to his strong hands, his rough caresses. Hadn't I snuck out for precisely this?
He pulled me violently into a secluded corner. He knew he was gambling with his life. I didn't care if they caught us — I have the impunity of my illustrious lineage.
Winds now sway the iron cage beyond the walls of the acropolis. For days, the beau has been rotting up there. He gambled and lost...

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου