Αναρτήσεις

Αυτήκοη

Εικόνα
Η γριούλα είχε στήσει αυτί· κουβέντα δεν έχανε. Ένας μάγκας μιλούσε στο τηλέφωνο, έτσι, χωρίς προφυλάξεις, για κάποιο κόλπο-γκρόσο στα σκαριά. Δεν υποψιαζόταν πως η γυναίκα παραδίπλα του, στην αποβάθρα του μετρό για Πειραιά, ήταν συνταξιούχος δασκάλα πιάνου, φανατική των αστυνομικών σειρών, κι επίδοξη ντετέκτιβ. Μπήκαν στο ίδιο βαγόνι και όταν κατέβηκε στον Ταύρο, εκείνη στο κατόπι του. Χαμπάρι δεν πήρε, ο ανόητος. Περπάτησαν κάμποσο· δεν τον έχανε από τα μάτια της. Πίσω από μια συστάδα πολυκατοικιών, στη μέση μιας αλάνας, ήταν οι αποθήκες των λαθρεμπόρων. Πήρε αμέσως την αστυνομία μα τι περίεργο, εμφανίστηκε ένα ασθενοφόρο. Κατέβηκαν δυο ασπροντυμένα ντερέκια, κι αρπάζοντάς την, της πέρασαν ζουρλομανδία. Δεν αντιστάθηκε. Θα ήταν μάταιο. Άλλωστε, μια παρεξήγηση ήταν, νόμιζε. Δεν φανταζόταν πού είχε μπλέξει... An AI-generated image based on a work by Clay Benskin "Earwitness" (Originally written in Greek) The old woman was all ears; she didn't miss a word. Some wise guy wa...

Αλλοπαρμένη

Εικόνα
Χειμώνα-καλοκαίρι, άμα σουρούπωνε, ξεμύτιζε απ’ το χαμόι της κατηφορίζοντας κατά το Τελωνείο, εκειδά όπου μια φαρδιά γλώσσα αμμουδιάς ράθυμα γλείφει τα θολά νερά.  Αλαφροπερπατώντας στην ακροθαλασσιά, πετούσε την αμπάγια της κι έτσι, όπως την είχε γεννήσει η μάνα της, στεκότανε ακούνητη, νεραϊδοπαρμένη. Τι να βίγλιζε; Ο Μεγαλοδύναμος της είχε πειραγμένα τα μυαλά· γι’ αντάλλαγμα, ο Ωξαποδός της είχε χαρίσει μια κολασμένη ομορφιά· οι άντρες του Καραβοστασιού, όποτε πέφταμε για ύπνο, όλοι μας ταξιδεύαμε στην ηβική της χώρα. Σαν σκοτείνιαζε καλά, ξαναντυνότανε και, πάντα αμίλητη, δώστου μπρος τα πίσω, δρόμο για το κονάκι της. Τη βρήκαμε ένα χάραμα στο περιγιάλι, με τα τσακίρικα μάτια της ορθάνοιχτα, παγωμένα. Ειπώθηκε ότι την πνίξανε οι γυναίκες της πολίχνης μας από ζηλοφθονία μα τίποτα δεν αποδείχτηκε. Πρώτη γραφή "Alienated", AI-assisted image based on a photo-collage by Raskolnick "Alienated" (Originally written in Greek) Come dusk, winter or summer, she would slip o...

Ωμοφαγία

Εικόνα
Ήμαστε τρεις, χαμένοι μεσοπέλαγα. Ο ήλιος και τ’ αγιάζι μας έγδερναν αλύπητα. Μαζεύαμε βρόχινο νερό· από δίψα ευτυχώς δεν υποφέραμε, μα η πείνα μας είχε γονατίσει. Δεν είχαμε πια δύναμη, ούτε τη μοίρα μας ν' αναθεματίσουμε.  Όταν ρίξαμε τον κλήρο, οι σύντροφοί μου σίγουρα αισθάνθηκαν τυχεροί, μέσα στην ατυχία τους. Δεν τους παρεξηγώ. Καθάρισαν τη βάρκα απ' τα αίματα, πετώντας τα εντόσθιά μου στη θάλασσα. Σμάρι μαζεύτηκαν τα αφρόψαρα κι αρχινήσανε να τρώνε και να τρώγονται, όπως συνηθίζουμε κι εμείς, οι πολιτισμένοι.  Μ' ένα αυτοσχέδιο αγκίστρι και δόλωμα απ' τα κομμάτια μου, πού και πού καταφέρνουν να πιάσουν και καμιά παλαμίδα. Πάντως, έτσι ωμό, προτιμούν το δικό μου κρέας· είναι νοστιμότερο, λένε.  Καθώς τελειώνω, στοιχηματίζω ότι αδημονούν για την επόμενη κλήρωση. Πρώτη γραφή A.I. Generated Image "Raw" (Originally written in Greek) We were three, lost in the open sea. The sun and the freezing spray flayed us mercilessly. We collected rainwater; thirst was n...

Φλογερός Πατριώτης

Εικόνα
Κολυμπούσε στα σκοτεινά νερά, γαντζωμένος σ' ένα αυτοσχέδιο πλεούμενο. Οι πρώτες ηλιαχτίδες έλουσαν το Γλαρονήσι, που έμοιαζε ν' αναδύεται απ' τα βάθη του Αιγαίου. Ασθμαίνοντας, βγήκε στη μικρή γλώσσα άμμου που έβγαινε κοροϊδευτικά ανάμεσα απ' τα βράχια. Ξεφόρτωσε το βαρύ αδιάβροχο σακίδιό του κι άνοιξε το φερμουάρ. Τράβηξε έξω τον σωλήνα εκτόξευσης. Με χέρια τρεμάμενα, τον κούμπωσε στη χειρολαβή, και όρθωσε το σκοπευτικό.  Έτοιμος.  Κοίταξε το ρολόι του. «Η ώρα τους βάζει», μονολόγησε.  Τώρα είχε στο στόχαστρο το πρώτο από τα δύο αεριωθούμενα που σε χαμηλή πτήση παραβίαζαν τον εθνικό εναέριο χώρο. «Αφού αδρανούν οι μεγάλοι, κάτι οφείλουμε να κάνουμε εμείς, οι μικροί», σκεφτόταν πατώντας τη σκανδάλη.  «Τι διάολο», έφτυσε μέσα απ' τα δόντια του.   Πάτησε ξανά· και ξανά.   Τίποτα. Αφλογιστία! Πρώτη γραφή A.I. Generated Image "Fiery Patriot" (Originally written in Greek) He swam through the dark water, clinging to a makeshift raft. The first rays of...

Σαν Πυροτέχνημα

Εικόνα
Παιδί μεταναστών ήταν η Λεϊλά και το Κοράνι όριζε τα πώς και τα γιατί του κόσμου της φαμίλιας της. Η ίδια, δεν καταλάβαινε από τέτοια. Γέννημα-θρέμμα Βερολινέζα, ανυπότακτη, εντέλει ξεγραμμένη απ' τους αδελφούς της, χάραζε τη δική της πορεία στους δαιδάλους γύρω απ’ την Αλεξάντερπλατς. Το πανέξυπνο μουτράκι της με τ' αμυγδαλωτά, κεχριμπαρένια μάτια, το πνευματώδες χιούμορ της, οι αρωματικοί χυμοί του τορνευτού κορμιού της, την κάνανε περιζήτητη στους υψηλούς εκείνους κύκλους που προτιμούν τη γαλλική σαμπάνια απ’ τη γερμανική μπύρα, αυτών που πάντοτε ορθώνονται υπεράνω του νόμου. Έτσι, από μια σειρά συμπτώσεων, η μικρούλα μας μεγαλοπιάστηκε. Άμυαλο κορίτσι... Όπως οι θαμπωμένες πεταλουδίτσες της νύχτας ξεψυχούν κολλημένες πάνω στο καυτό λαμπόγυαλο, έτσι έφυγε κι αυτή· με τη βελόνα καρφωμένη στη φλέβα. Πρώτη γραφή Micaela Schäfer lensed by Britta Pedersen, Berlin, October 2011 "Like a Firework" (Originally written in Greek) A child of immigrants, Leila grew up in a worl...

Υψιπετής

Εικόνα
Με τη σκέψη της κοιμόμουνα, με την μορφή της ξύπναγα, να με καλημερίζει. Κάποτε την πέτυχα στο μπαλκόνι της να ποτίζει τα φυτά της. Στάθηκα από κάτω, και μ’ ένα χείμαρρο προσεκτικά διαλεγμένων λέξεων, της εξομολογήθηκα τα αισθήματά μου. Πού βρήκα το κουράγιο, ο αθεόφοβος;   Σαν πύργος από τραπουλόχαρτα κατέρρευσα όταν, βουβή, μου γύρισε την πλάτη. Μπήκε μέσα σφαλίζοντας με πάταγο την μπαλκονόπορτα πίσω της, μα προτού περάσουν δυο λεπτά, άνοιξε η εξώπορτα της δίπατης οικίας.  Εμφανίστηκε στο πεζοδρόμιο αναψοκοκκινισμένη μ' ένα χαμόγελο φλογερό. Με σίμωσε αμίλητη, με πήρε απ' το χέρι, ν' απογειωθούμε, μου έκανε νόημα, στα σύννεφα. Υψιπετείς στιγμές μελίρρυτες ζήσαμε, αλλά προτού περάσει καιρός, άτσαλα κουτρουβαλήσαμε και κατασκοτωθήκαμε.  Ντρέπομαι που το ομολογώ: δεν άντεχα δίπλα σε μια κωφάλαλη... Πρώτη γραφή A.I. Generated Image "Heaven-fallen" (Originally written in Greek) I used to fall asleep with her on my mind, and wake to her face wishing me good morning. O...

Ο Αιώνιος Σύζυγος

Εικόνα
Μας είχανε φορτώσει πολιτικούς και ποινικούς ανάκατα. Προορισμός εξορίας η διαβόητη Αγριοκερά· σωστό κολαστήριο, όπως λέγανε. Ο λεβάντες φούσκωσε το καραβόπανο και το καΐκι αμόλαρε σβέλτα. Τα δυνατά ρεύματα μας ξαποστείλανε μεσοπέλαγα, στο άψε-σβήσε. Τριγύρω το γαλάζιο τίποτα. Θυμήθηκα τη γύφτισσα που κάποτε είχε ορμηνέψει πως θα ζήσω ως το τέλος των καιρών, στην αγκαλιά μίας Γοργόνας. Είχα γελάσει από καρδιάς, προτού τη διώξω κλοτσηδόν. Τότε ακριβώς σκιστήκανε τα νερά κι απ' την άβυσσο ξεπροβάλανε κάτι διαολομένα πετούμενα, με ράμφη γυπαετών κι ουρές ψαρίσιες, φολιδωτές. Αρχίσανε να μας ξεσκίζουνε, μα τα ουρλιαχτά μας ποιος τ' άκουγε; Μακελειό! Μοναχά σ' εμένα χαριστήκανε, αλλά ογδόντα χρόνια τώρα, την έχω σκυλοβαρεθεί την αδερφή του Μεγαλέξαντρου, να με πρήζει αφόρητα για τον σπουδαίο μου κουνιάδο. Πρώτη γραφή A.I. Generated Image "The Eternal Husband" (Originally written in Greek) They'd loaded us up, political prisoners and common criminals all mixed toget...

Νυχτοπερπατήματα

Εικόνα
Κρυμμένος μέσα στο πολύχρωμο σκοτάδι, αδημονούσε. Tο στομάχι του χόρευε στο τέμπο που έδινε με τα κρουστά του ένας ημίγυμνος γυναικωτός στο παλκοσένικο. Πενηντάριζε και τα είχε όλα: υγεία, μια ζηλευτή οικογένεια, επαγγελματικές επιτυχίες. Έπρεπε να αισθάνεται πλήρης. Τότε, τι διάβολο γύρευε σε τούτο το καταγώγιο, αναρωτήθηκε για πολλοστή φορά· δεν είχε λογική απάντηση. Επιτέλους, ανάμεσα απ' την ανθρωπομάζα, ξεπήδησε ο Άδωνις, κρατώντας έναν δίσκο φορτωμένο με βρώμικα ποτήρια. «Σχολνάω σε λιγάκι» του πέταξε ναζιάρικα, λικνιζόμενος με χάρη. Ανατρίχιασε σύγκορμος. Η συνέχεια προμηνύεται υπέροχη, αναλογίστηκε, τρώγοντας τον κούρο με μάτια αχόρταγα, καθώς τον  ξανακατάπινε η κοσμοπλημμύρα. Η αναπάντεχη έφοδος της αστυνομίας ηθών ήρθε να τα γκρεμίσει όλα. Πανικός! Με τι μούτρα θα ξανάβλεπε τώρα τη γυναίκα του; Τα τρία του εφηβόπουλα; Πρώτη γραφή A.I. Generated Image "Night Moves" (Originally written in Greek) Concealed in the colourful darkness, he could hardly wait. His stoma...

Ύπνος Γλυκύς

Εικόνα
Μια νύχτα ολοφέγγαρη, τ' άγρια ροχαλητά της Ήρας δεν άφηναν το Δία να κλείσει μάτι. Σηκώθηκε απηυδισμένος. Καλοκαιράκι ήτανε κι είχε αμολήσει ο Αίολος έναν μαϊστροπουνέντε κάλλιστο, ευφραντικό, που τού 'βαλε ιδέες.   Ροβολώντας τον Όλυμπο, μεταμορφώθηκε σε χρυσαετό κι άνοιξε τα φτερά του κατά την πολύβουη Κολοφώνα· εκεί στην Ιωνία, πάντα κάτι γιορτάζουν.  Πλησιάζοντας, ξεχώρισε από ψηλά, ανάμεσα στους χαροκόπους, μια λυγερή που κι η Αφροδίτη θα ζήλευε την ομορφάδα της, να χορεύει στην αμμουδιά ξυπόλυτη. Ούτε που το σκέφτηκε, μετουσιώθηκε σε σύννεφο ασημόσκονης και τρύπωσε στο ιδρωμένο της σαλβάρι. Μοσχομύριζε εκεί μέσα, μ’ αντί να αρχινήσει τις συνηθισμένες του μπαγαποντιές, ξενυχτισμένος όπως ήταν, προτίμησε να κουρνιάσει στο αφράτο πάπλωμα του τρυφερού της εφηβαίου.  Καιρό είχε να γλυκοκοιμηθεί έτσι, ο Συγνεφοσυνάχτης. Πρώτη γραφή A.I. Generated Image "Sweet Slumber" (Originally written in Greek) On a night washed in full moonlight, Hera's savage snoring wouldn...

Συκοφαντία

Εικόνα
Όλα τα ξεπουλούνε, οι αγύρτες, μέχρι και το νερό. Ήρθανε να σφραγίσουνε τα πηγάδια μας. Τους περιμέναμε, να κουβεντιάσουμε λογικά. Μπροστάρης ο κοινοτάρχης μας, ο καπετά-Μανώλης.  Οι σιδερόφραχτοι Ηρακλείς του στέμματος πέσανε απάνω μας λυσσασμένα. Αυτόν ειδικά, φαίνεται ότι τον είχανε άχτι. «Κερατάδες, αγαρηνά κοπρόσκυλα», μούγκριζε αιμόφυρτος. Θεός σχωρέστονε, δεν το άντεξε τόσο ξύλο. «Αντίσταση κατά της αρχής», ήταν η επίσημη εκδοχή, μα όλοι οι συχωριανοί που είχαμε βγει να υπερασπιστούμε τα δίκια μας, ξέραμε πως δεν είχε δώσει αφορμή.   Καταθέσαμε στον ανακριτή την πάσα αλήθεια. Μας βγάλανε ψεύτες. Μας λοιδορήσανε. Πες-πες στα κανάλια, βρήκαμε το μπελά μας. Με συνοπτικές διαδικασίες, τιμωρηθήκαμε με εκτοπισμό. Κάποιοι υπέκυψαν στην ετυμηγορία, μα οι περισσότεροι πήραμε τους τσιφτέδες, βγήκαμε στο βουνό και αμαρτίαν ουκ έχουμεν. Πρώτη γραφή A.I. Generated Image "Slander" (Originally written in Greek) They are selling off everything, those swindlers—even the water. They...

Ονειρική Επιφοίτηση

Εικόνα
Φανατική οπαδός του Ρασταφαριανισμού ήτανε η Σουζάνα, κι εκκλησιαζόταν καθημερινά με γκάντζα, το αρχαίο βοτάνι της σοφίας.  Ξεκινούσε τα πρωινά της ευλαβικά με θυμίαμα κάνναβης και καληνύχτιζε μ’ ένα τσίλουμ μαροκάνικου, ποιότητας άλφα-άλφα· αγαλλιασμένη έπεφτε στη στοργική αγκαλιά του Μορφέα. Κάποια νυχτιά, σαν κόντευε το λυκαυγές, μέσα στον βαθύτερο ύπνο της, την επισκέφθηκε ένας μακρυμάλλης με πρασινογάλανα μάτια γεμάτα θέρμη και καστανοκόκκινο, περιποιημένο μούσι. Γλυκομιλώντας, τής πρόσφερε το σώμα και το αίμα του. Ξύπνησε υγρή, αναστατωμένη απ’ την ένταση της θεϊκής ονείρωξης. Πήγε να παραγεμίσει την πίπα της, μα κάτι την εμπόδιζε· τότε συνειδητοποίησε με δέος ότι ήταν ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, ονειρικός επισκέπτης.  Αλλαξοπίστησε. Τώρα είναι ορθόδοξη χριστιανή και πίνει μόνο κόκκινο κρασί, αλλά χωρίς καθόλου μέτρο. Πρώτη γραφή A.I. Generated Image " Nocturnal Outpouring " (Originally written in Greek) Fanatic Rastafarian that she was, Susanna’s daily commun...

Ήρωας από Σπόντα

Εικόνα
Με τα σύνορα κλειστά, δεν υπήρχε άλλος τρόπος να βρεθώ κοντά της, παρά μόνο ακολουθώντας τις ορδές των προσφύγων. Το επιχείρησα, αλλά με τσιμπήσανε. Δικάστηκα, καταδικάστηκα και στο πιτς-φυτίλι βρέθηκα έγκλειστος στο στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας της Λέσβου, μαζί με χιλιάδες άλλους απάτριδες. Σπάγαμε πέτρες από το πρώτο χάραμα μέχρι τη δύση του ήλιου. Οι συνθήκες διαβίωσης σ’ αυτό το κολαστήριο ήταν αφόρητες, μα το πιο ανυπόφορο, αυτό που με διέλυε κυριολεκτικά, ήταν η απουσία της. Έτσι, εντελώς λογικά, οδηγήθηκα στην τρέλα.  Όταν η ηγεσία της Αντίστασης αποφάσισε την ανατίναξη του κεντρικού κτιρίου της Κομαντατούρ στη Μυτιλήνη, αναζητήθηκαν εθελοντές να ζωστούν τον δυναμίτη που κλέβαμε λίγο-λίγο απ' τα φουρνέλα του λατομείου. Προσφέρθηκα μετά χαράς. Ό,τι ήταν να χάσω, το είχα ήδη χάσει.  Πρώτη γραφή AI-generated image, inspired by the work of Sebastião Salgado "Hero by Fluke" (Originally written in Greek) With the borders shut, the only way to reach her was to melt...

Συνειρμός

Εικόνα
Με το άφιλτρο να σιγοκαίει στα χείλη του, καταχτυπούσε μια σαραβαλιασμένη Ρέμινγκτον, όταν οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου τρυπώνοντας στο μισοσκότεινο αχούρι, διέκοψαν τον οίστρο του. Ανατριχιάζοντας, άρχισε να ταξιδεύει νοερά. Νεοδιόριστος διπλωματικός υπάλληλος ακόμα τότε, περιπλανιόταν παρασκευιάτικα στα φιδίσια σοκάκια της παλιάς πόλης του Μαρακές. Σουρούπωνε. Η αποπνιχτική ζέστη καταλάγιαζε. Πίσω απ' το ισόγειο καφασωτό, ανάμεσα απ' τα ξυλόγλυπτα αραβουργήματα, ένα ζευγάρι υγρά, αμυγδαλωτά μάτια, τον κάρφωναν. Το αίμα του έβραζε, πού να λογαριάσει την αποκοτιά. Έσβησε το τσιγάρο του, τράβηξε απ' τη γραφομηχανή τη μισοτελειωμένη σελίδα και τύλιξε στον κύλινδρο καινούρια κόλα χαρτί. Τον έπνιγε η ανάγκη να γράψει για εκείνο το απόβραδο που παρά τρίχα είχε σωθεί απ' του χάρου τα δόντια· μα τρόμαζε να ψάξει τις λέξεις. Πρώτη γραφή A.I. Generated Image "A Train of Thought" (Originally written in Greek) With an unfiltered cigarette smoldering between his lips, ...

Διαγωγή Κοσμιωτάτη

Εικόνα
 “Όποιος το πνεύμα του ποθεί να δυναμώσει…”[*], μονολογούσε ο γηραλέος επιστάτης μας, σκουπίζοντας την αυλή του σχολείου. Κάμποσοι μαθητές είχαμε κοντοσταθεί και τον ακούγαμε. Εκείνη την ώρα, διάβαινε το κατώφλι η Γαλλικού, μια μαραμένη φώκια Πειραιώτισσα, που τίποτα δεν της ξέφευγε. “Τι λες ξεδιάντροπε; Να γυρίσουνε τα πόδια να κλωτσήσουνε το κεφάλι;”, άρχισε να τσιρίζει αλλόφρων, κοπανώντας τον με την τσάντα της όπου έβρισκε. Του ’πεσε το φαράσι απ’ τα χέρια, του φουκαριάρη, του 'φυγε κι η σκούπα, δεν ήξερε πού να κρυφτεί· έγινε σούσουρο. Εξαιτίας του σκανδάλου, πάει, τον απολύσανε δυο χρόνια προτού βγει στη σύνταξη. Μα σ' εμάς, την πιτσιρικαρία, χαράχτηκε μέσα μας βαθιά αυτό που μουρμούριζε προτού η μέγαιρα τον αρχίσει: «…το σπίτι το μισό πρέπει να γκρεμισθεί»[*]. [*] ”Δυνάμωσις”, Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, (Ατελών ποιημάτων) [1903;] Όποιος το πνεύμα του ποθεί να δυναμώσει να βγει απ’ το σέβας κι από την υποταγή. Από τους νόμους μερικούς θα τους φυλάξει, αλλά το περισσότερο θα...

Αρχές Πανδημίας

Εικόνα
Οι ουρές στο μεγαλομπακάλικο ήταν ατέλειωτες· τα ράφια άδεια. Σκέτο τρελοκομείο· με άδεια χέρια θα έφευγα. Τότε την είδα. Ήταν η μόνη που δεν φορούσε μάσκα. Παρανομούσε! Χαλάλι της, γιατί ήτανε πεντάμορφη. Ντράπηκα, έτσι φασκιωμένος σαν μούμια, πειθήνιος στις εντολές του Ιερατείου. Ξετύλιξα τη μαντήλα μου και κατάπια με βουλιμία την ανθρωπίλα που αναδίδαν τα μασκοφορεμένα μιλιούνια. Με κοίταξε χαμογελαστή. Θα είχε τραβήξει την προσοχή της η υποτιθέμενη γενναιότητά μου. Άνοιξα δρόμο σπρώχνοντας μέσα στο συρφετό. Το πλήθος με κόλλησε πάνω της. Μύριζε όμορφα. Της είπα κάποια κοινοτοπία. Γέλασε γάργαρα. Φύγαμε μαζί, άπρακτοι, μα είχαμε τον ολόφρεσκο έρωτά μας.  Ξεμακρύναμε προς την παραλία. Ερημιά. Καθίσαμε σ' ένα παγκάκι. Ο φλοίσβος μας σιγοτραγουδούσε όταν μας συλλάβανε που ρουφούσαμε αμέριμνοι τη θαλασσινή αύρα.  Πρώτη γραφή A.I. Generated Image "Early Days of the Pandemic" (Originally written in Greek) The queues at that mega-market monstrosity were endless; the shelves, ...

Το Αντίδωρο

Εικόνα
Έχω ερωτευτεί κάμποσα μοντέλα, μα η αντάρα που ξεσήκωσε μέσα μου η Αναχίτ, η μικροκαμωμένη Αρμενοπούλα με το φιδίσιο κορμί και τ' αετίσια μάτια, είναι ανήμερη. Σαν έρχεται στο ατελιέ μου να ποζάρει, δεν σκέφτομαι παρά μόνο πώς θα την αγγίξω, δήθεν διορθώνοντας τη στάση της. Αυτή, που τίποτα δεν της ξεφεύγει, όλο μετακινείται. Και δώστου απ' την αρχή. Είναι το παιχνίδι μας.  Χθες, δεν ξέρω γιατί, όπως δούλευα στον καμβά μου, άρχισα να της μιλώ για τον πολυπράγμονα σύζυγο και μέγα χορηγό μου. Μ' άκουγε σιωπηλή, μ' ένα υπομειδίαμα. Καθώς της έδινα τον φάκελο με την αμοιβή της, κοιτώντας με κατάματα, μου χάρισε άξαφνα ένα υγρό φιλί στα χείλη. “Αυτό ήταν για τον αντρούλη σου”, μου είπε τραγουδιστά, φεύγοντας βιαστικά... Πρώτη γραφή A.I. Generated Image "Tit for Tat" (Originally written in Greek) I have fallen in love with quite a few models, but the turmoil that Anahit has stirred inside me—this slight Armenian girl with her serpentine body and eagle eyes—is untame...

Μάθημα Δημιουργικής Γραφής

Εικόνα
«Τα σλάσερ, σκαρώνονται πανεύκολα», δήλωσε με στόμφο. Ύστερα ρούφηξε το πούρο του, απολαμβάνοντας την εντύπωση που θεωρούσε ότι είχε προκαλέσει στο μικρό μας ακροατήριο.  «Θα θέλουν κι αυτά την τέχνη τους, δάσκαλε», αντέτεινε η ευειδής νεαρά της ομήγυρης.  «Ασφαλώς! Όταν όμως κυλάει το αίμα πηχτό, αχνιστό, οι υπόλοιπες πτυχές της ιστορίας μας αντέχουν να αιωρούνται ως δευτερεύουσες», εξήγησε εκείνος υπομονετικά.  «Δηλαδή;» επέμεινε αυτή.  «Είναι απλό», της απάντησε. Σηκώθηκε ανάλαφρα απ' την πολυθρόνα του και κατευθύνθηκε προς το τζάκι που σιγόκαιγε γεμίζοντας το χώρο με παράξενες σκιές. Ξεκρέμασε απ' το περβάζι τον βαρύ, αμφίστομο πέλεκυ με την ασημοποίκιλτη λαβή, ζυγίζοντάς τον στο αριστερό του χέρι.  «Βλέπετε», είπε ξερά, κάνοντας μισή στροφή γύρω από τον εαυτό του, θερίζοντας επιδέξια το ξανθόμαλλο κεφάλι της. Πρώτη γραφή A.I. Generated Image "Creative Writing Class" (Originally written in Greek) "Slashers are easy enough to knock together," he declared ...