Αναρτήσεις

Μοιραία Συνάντηση

Εικόνα
 Άνισο Παιχνίδι Κάποιο απόγευμα που βαριόμουν φριχτά, το έσκασα απ' τον γυναικωνίτη. Ξεγλιστρώντας, χάθηκα απαρατήρητη μέσ' στα ανήλιαγα σοκάκια της καστροπολιτείας. Καλοβράδιαζε όταν ανταμώσαμε. Κοντοστάθηκε. Κοιταχτήκαμε. Το τατουάζ στο μέτωπό μου μιλούσε από μόνο του. Μ' άρπαξε σαν παιχνιδάκι· το θράσος του μου έκοψε την ανάσα. Μύριζε κρασίλα κι απλυσιά· αυτό μ' ερέθιζε ακόμα περισσότερο. Αφέθηκα στα δυνατά χέρια του, στ' άγαρμπα χάδια του. Για κάτι τέτοιο δεν είχα ξεπορτίσει; Με τράβηξε βίαια σε μια απόμερη γωνιά. Ήξερε ότι έπαιζε τη ζωή του κορώνα-γράμματα, μα εμένα δε μ' ένοιαζε αν μας έπιαναν, έχω το ακαταλόγιστο της τρανής γενιάς μου. Οι αέρηδες λικνίζουν το σιδερένιο κλουβί που κρέμεται έξω απ' τα τείχη της Ακρόπολης. Μέρες τώρα, σαπίζει εκεί ψηλά, ο μορφονιός. Έπαιξε κι έχασε... Πρώτη γραφή Το Στοίχημα Άπνοια και ζέστη αποπνικτική. Μόνο κάτι μακρινά αλυχτίσματα σκυλιών ταράζουν τη μεσημεριάτικη ραστώνη. Η αποφορά της αποσύνθεσής μου είναι εμετική. ...

Εκδίκηση

Εικόνα
Μια ιστορία επτά επεισοδίων με 121 λέξεις το καθένα -1- Αν μια γυναίκα κοιμάται μονάχη της τις νύχτες, εμείς, οι άντρες φταίμε, έλεγα και ξανάλεγα στον εαυτό μου, για να κατανικώ την απέχθειά μου για τα γερασμένα πρόσωπα και τα μαραγκιασμένα κορμιά με τα μαραμένα στήθια. Αριστούχος αρχιτέκτονας, με διδακτορικό στα δομικά υλικά της ελληνιστικής περιόδου, μόνο ως θηριοδαμαστής θα μπορούσα να δουλέψω για να ζήσω, που λέει και το ανέκδοτο. Επειδή όμως στα τριάντα μου καίω καρδιές, μου ήρθε βολικότερο να γίνω σταθερός θαμώνας των φουαγιέ της Μεγάλης Βρεταννίας και καβαλιέρος ώριμων κυριών. Η Αριάδνη, μια καλοσιτεμένη κληρονόμος στόλου αλιευτικών, ήταν η τελευταία μου κατάκτηση. «Είσαι μοναδικός», μου εξομολογήθηκε ανάβοντας τσιγάρο, συγκλονισμένη ακόμα απ' τον ανδρισμό μου. «Έχω σχέδια για σένανε, αγορίνα μου», γουργούρισε φυσώντας τον καπνό στα μούτρα μου. -2- Ο καθρέφτης μου έλεγε μονότονα ότι ο χρόνος δεν αστειεύεται, μα εγώ το είχα βάλει γινάτι να του βγάζω κοροϊδευτικά τη γλώσσα, μ...

Ατολμία

Εικόνα
Ούτε θηλυκή γάτα δεν υπήρχε στο Επιτελείο, να μην την είχε χερουκλώσει ο Αρχηγός. Η φιλία του με τον Πρωθυπουργό είναι διακηρυγμένη, οπότε όλες οι συναδέλφισσες υποχρεώνονταν να καταπίνουν αδιαμαρτύρητα τις επιθέσεις γοητείας του γερομουρντάρη. Όταν παρουσιάστηκε η Άρτεμις στο Διοικητήριο, μείναμε όλοι με τα στόματα ανοιχτά. Τι παραδείσιο ουρί ήταν ετούτο το στραβάδι! Μα κρατηθήκαμε: ποιος θ’ άνοιγε το δρόμο δεν ήθελε ρώτημα. Το ξεγυρισμένο χαστούκι που του ’ριξε η μικρή Αμαζόνα στο φουαγιέ της Λέσχης Υπαξιωματικών έκανε εκκωφαντικό πάταγο. Μήνες τώρα εξαφανισμένος, όλο τον Υπαρχηγό στέλνει στο πόδι του. Όσο για την πέτρα του σκανδάλου, τελευταία τη βλέπουμε τακιμιασμένη με μια έφεδρη Ανθυποσμηναγό, σωστή αντρογυναίκα· κι εμείς, παντρεμένοι κι ελεύθεροι, ας ονειρευόμαστε μια νύχτα μαζί της· ποιος της ζυγώνει; Πρώτη Γραφή Η εικόνα είναι φτιαγμένη από την ΤίΝα "Faint Hearts" (Originally written in Greek) Not so much as a she-cat on the Staff escaped the Chief’s paws. His friend...

Το Άνθος

Εικόνα
Αυτόκλητος, έσπευσα να κρατήσω σταθερά τη σκάλα, μην τύχει και συμβεί κάποιο ατύχημα στη νεοπροσληφθείσα συνάδελφο.  Μισανοίγοντας τα πόδια της για να ισορροπήσει καλύτερα εκεί ψηλά, παρατήρησα ότι δεν φορούσε κιλότα. Σα να έπαιζε μαζί μου, διότι γύρισε και με κοίταξε με βλέμμα όλο νόημα. Κοκκινίζοντας μέχρι τα ριζαύτια, κατέβασα το κεφάλι. «Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά», σκέφτηκα, «είμαι  εγώ, στην ηλικία μου, για τέτοια;» Όμως, καθώς κατέβαινε διστακτικά, κρατώντας «Τα Άνθη του Κακού» που είχε σκαρφαλώσει να ξετρυπώσει, κι όπως οι γοφοί της λικνίζονταν κάτω απ’ το αραχνοΰφαντο, μπαμπακερό φουστάνι, μού ήρθε σκοτοδίνη απ’ τα μεθυστικά αρώματα που ανάβλυζαν τα χειμαρρώδη νιάτα της. Όταν βρεθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο, κατάλαβα ότι δεν είμαι φτιαγμένος από μάρμαρο.  Πάτερ μου, άνθρωπος είμαι κι εγώ! Πρώτη Γραφή Η εικόνα είναι φτιαγμένη από την ΤίΝα "The Flower" (Originally written in Greek) Unprompted, I rushed to hold the ladder steady, lest an accident befall the newly hired co...

Στη Γέφυρα του Αλεξάνδρου Γ΄

Εικόνα
Δεν έχουν πρόσωπα, μόνο περαστικές σκιές είναι. «Πόσο πάει;» Συμφωνούν στα γρήγορα. Το ξενοδοχείο είναι παραδίπλα. Ανεβαίνουν. Τα σεντόνια είναι βρώμικα μα κι αυτός μυρίζει απλυσιά. Αρχίζουν να γδύνονται. Το κόκκινο φως του πορτατίφ πέφτει πάνω στο άτριχο στήθος του. Το τατουάζ είναι της φυλακής· μια πρασινογάλανη Παναγία, άτεχνα χτυπημένη, κι από κάτω, κυριλλικά: «Μάνα δε σε ξεχνώ». Τον ξανακοιτάζει. Ανατριχιάζει. «Ορέστη;» Το βλέμμα του παγώνει πάνω στο φτιασιδωμένο πρόσωπό της· αυτά τα μάτια... ...πάντα κουρασμένα. «Πουτάνα», μουγκρίζει. Η αριστερή του γροθιά πέφτει απροειδοποίητα, της διαλύει τη μύτη. Αιμόφυρτη αυτή, γονατίζει βογκώντας. Αρπάζει την τσάντα της, την αναποδογυρίζει. Ανάμεσα στο κραγιόν, τον αναπτήρα, τα τσιγάρα, ένα καθρεφτάκι σπάει πέφτοντας. Μαζί σκορπίζουν έξι-εφτά πενηντάρικα, τρία εικοσάρικα. Σκύβει, μαζεύει τα χαρτονομίσματα κι εξαφανίζεται. A.I. Generated Image based on the photo-collage “Pont Alexandre III” "Pont Alexandre III" (Originally written i...

Κακοκαιρία

Εικόνα
Ξυπόλυτη, ξέπνοη, έτρεχα, σκουντούφλαγα, βούλιαζα μέχρι τα γόνατα στη λασπουριά των άσπαρτων χωραφιών. Μούσκεμα και το κουρέλι που 'χα ρίξει απάνω μου, να κρύψω όπως-όπως τη γύμνια μου. Ευτυχώς, είχε σταματήσει η βροχή. Μου είχε βγει η ψυχή στην ανηφοριά, μα έσφιγγα τα δόντια. Τρελαινόμουνα στη σκέψη ότι θα ξανάπεφτα στα νύχια τους κι αυτό μου έδινε δύναμη: ή θα τα κατάφερνα ή ήμουνα τελειωμένη. Και τότε είδα την πινακίδα της Texaco. Γονάτισα ξεσπώντας σε γέλια; Σε κλάματα; Ούτε κι εγώ ήξερα. Σηκώθηκα κάποτε. Αγκομαχώντας, έφτασα ως τη δημοσιά κι όρμησα προς το ψωραλέο βενζινάδικο. «Βοήθεια!» στρίγγλιζα, μα δεν υπήρχε άνθρωπος. Τινάχτηκα απ' τ' απανωτά κορναρίσματα· ύστερα οι μεθυσμένες ιαχές τους μου κόψανε τα ήπατα. Ως εδώ ήτανε. Ξαναρχίζει να βρέχει... A.I. Generated Comic Strip "Foul Weather" (Originally written in Greek) Barefoot, breathless, I ran, stumbled, sinking knee-deep into the mud of the unplowed fields. The rag I’d thrown over myself to cover my ...

Κάτω απ' τον Τροχό

Εικόνα
Πρωτοσυναντηθήκαμε σ' ένα πάρτι. Όλος ο καλός ο κόσμος, κόκες, καταπληκτική μουσική...  Της την έπεσα. Στα καλύτερά μου ήμουνα κι εγώ τότε, δε μάσαγα. Αυτή, ψηλομύτα των νοτίων προαστείων, ίσα που με καταδέχτηκε· μα εγώ γούσταρα τρελά. Εκείνη τη βραδιά, έζησα στιγμές εθιστικές στην αγκαλιά της. Μετά, μουντάδα, καταχνιά· ελάχιστες οι φωτεινές μας ώρες. Μ’ έπαιρνε, μ’ άναβε, τραβούσε μια-δυο ρουφηξιές, ξεφυσούσε στα μούτρα μου τον καπνό και, σαν τ’ αποτσίγαρό της, με πετούσε χάμω να με σβήσει. Εγώ εκεί, να υπομένω· πόσο ν' άντεχα;  Μετάνιωσα μονοστιγμής, βλέποντας τ' όμορφο προσωπάκι της ν' αφρίζει μέσα στα αίματα. Και οι κραυγές της...  Ανατριχιάζω και μόνο που τα θυμάμαι.  Δίκαια σαπίζω εδώ μέσα σιδερωμένη, το παραδέχομαι. Μόνο μη ρωτάτε πού βρήκα το βιτριόλι. "No Mires Para Abajo", Photo-collage "Under the Wheel" (Originally written in Greek) We first met at a party. All the right people, coke, amazing music… I went for her. I was at my best back th...

Για τη Λιουμπόφ

Εικόνα
Όλα τριγύρω μας κατέρρεαν· ασυδοσία, εγκληματικότητα, θεσμοί για τα πανηγύρια. Οι μισθοί γλίσχροι, η ακρίβεια ουρανομήκης, ο κοινωνικός ιστός σμπαράλια.  Όμως, η Λιούμπα δεν μάσαγε. Τη βοηθούσε το μυαλουδάκι της το κοφτερό κι η γλώσσα της που πήγαινε ροδάνι, μα πάνω απ’ όλα εκείνη η παράξενη γοητεία της που έκοβε ανάσες. Έβγαζε χρήμα με ουρά, οι κοιλαράδες χρυσοπλήρωναν.  Έκανε ψωνιστήρι έξω απ’ το “Ιντουρίστ” και ρουφούσε τη ζωή απ’ το μπουκάλι που γύριζε από χέρι σε χέρι. Όλους μας χαρτζιλίκωνε, όλοι την αγαπούσαμε. Μια νύχτα εξαφανίστηκε· καθόλου ασυνήθιστο, εκείνη την εποχή. Κάποιοι ευφάνταστοι πιστεύουν ότι κατέληξε σε χαρέμι· άλλοι, χειρότερα, ότι βρέθηκε τη λάθος στιγμή στο λάθος σημείο. Η ζωή συνεχίζεται, κοριτσάκι μου, αλλά βλέποντας αυτήν την παλιά φωτογραφία, σε θυμήθηκα. Πρώτη γραφή Georgy RozovPhotography, Tallinn, 1982 "For Lyubov" (Originally written in Greek) Everything around us was falling apart: lawlessness, crime, institutions a joke. Wages meager, prices ...

Αφορισμός

Εικόνα
Έφτασε στο καφενεδάκι μας καθυστερημένη. Κάθισε σιωπηλή, συνοφρυωμένη, αποφεύγοντας το βλέμμα μου. Χωρίς περιστροφές, με λόγια στεγνά, μου πέταξε κατάμουτρα ότι με παρατούσε. Δεν πίστευα στ' αυτιά μου ακούγοντας ότι υπήρχε άλλος. Ήθελα να γονατίσω, να την εκλιπαρήσω για μια δεύτερη ευκαιρία, μα ντρεπόμουν τον κόσμο γύρω μας. Σηκώθηκε. Αυτό ήταν; Μονοστιγμής, ένιωσα να γκρεμοτσακίζομαι στα έγκατα του ερέβους· ικέτης έπεσα στα πόδια της. Άρχισε να με κλωτσάει σαν να ήμουνα κανένα ψωριάρικο κοπρόσκυλο. Μέσα σ' επιφωνήματα έκπληξης, κοροϊδευτικά γέλια και χειροκροτήματα, την παρακολούθησα να βγαίνει σχεδόν τρέχοντας, να χάνεται μέσα στο πλήθος. Λένε οι ποιητές του συρμού ότι η αγάπη απ' το μίσος απέχει τόσο, όσο το πάχος μίας τρίχας. Πάντα τον χλεύαζα αυτόν τον αφορισμό μέχρι εκείνο το απόβραδο… Πρώτη γραφή Η εικόνα είναι φτιαγμένη από την ΤίΝα "Aphorism" (Originally written in Greek) She arrived at our little café late. She sat down in silence, scowling, avoiding my ...

Με Γεια!

Εικόνα
Οι καπνοί του τσιγάρου  που σιγόκαιγε στην άκρη των χειλιών της χόρευαν με τις ηλιαχτίδες που τρύπωναν ανάμεσα απ’ τις μισόκλειστες κουρτίνες. Απολάμβανε το θέαμα της Άμας να προβάρει το φόρεμα με την πανάκριβη ούγια που μόλις της είχε χαρίσει. Δεν την ένοιαζαν τα έξοδα· κέρδιζε αρκετά και δεν σκόπευε να τ’ αφήσει στα ηλίθια τ’ ανίψια της ούτε, βέβαια, να τα πάρει μαζί της στον τάφο. «Δεν είναι τέλειο;» χαριεντίστηκε η πιτσιρίκα, κοιτώντας την κατάματα. «Ακτινοβολείς σαν καλοδουλεμένο διαμάντι, αλλά σε προτιμώ γυμνή, λατρεία μου», της χαμογέλασε εκείνη, σβήνοντας τη γόπα της. Πλησίασε και τη φίλησε τρυφερά στη βάση του λαιμού, ψαχουλεύοντας το φερμουάρ. «Μυρίζεις άνοιξη», της ψιθύρισε. Ευτυχώς δεν μπορούσε να δει την αηδία στο πρόσωπο της ευνοούμενής της. Πρώτη γραφή "Smoky", Photo-collage "Wear It Well" (Originally written in Greek) The smoke from the cigarette smoldering at the corner of her lips danced with the shafts of sunlight slipping through the half-drawn c...

Εις Μνήμην

Εικόνα
Όλα τέκνα του πρεκαριάτου ήτανε, παρατημένα στην τύχη τους, αναθρεμμένα με τ’ αποφάγια ενός πολιτισμού που έζεχνε σήψη. Του μπροστάρη τους, του Φελάγκ, του έκοβε· διάβαζε και πολύ. Μαινόταν τότε ο πόλεμος. Ψάχνανε τους μισθοφόρους με το φανάρι. Μάζεψε τους δικούς του και τα κουβεντιάσανε: μοίρα στον ήλιο, δεν είχανε. Υπογράψανε. Τους στείλανε για εκπαίδευση κάπου στα περίχωρα της Ρίγας. Ημέρες προτού αναχωρήσουνε για το λευκορωσικό μέτωπο, λιποτακτήσανε. Ακροβολιστήκανε σε Αθήνα, Ρώμη, Παρίσι, Βερολίνο· αντάρτες πόλης γίνανε, παράτολμοι φαντομάδες. Σκορπούσανε πανικό στις αρχές με τ' απρόβλεπτα χτυπήματά τους. Ακολουθούσαν οι προκηρύξεις τους στο σκοτεινό διαδίκτυο. Όλοι τις διαβάζαμε κρυφά κι αναθαρρούσαμε. «Βαστάτε, παλικάρια», λέγαμε από μέσα μας. Μάλιστα, κύριε! Αυτά τα παιδαρέλια ρίξανε το καθεστώς· γιατί τώρα παριστάνουμε πως το ξεχάσαμε; Πρώτη γραφή Photo credit: Ιοannis Angelakis via wonderzofphotography "In Memoriam" (Originally written in Greek) They were all ch...

Ξεριζωμός

Εικόνα
Με πρόσωπο κλαμένο, κολλημένος στο λιπόσαρκο κορμί της γιαγιάς μου, σφούγγιζα μύξες και δάκρυα στη μπαμπακερή ποδιά της· μύριζε θυμάρι, αξέχαστα. Μας τρέφει το μίσος· μόνο αυτό μας επιτρέπουνε να καλλιεργούμε πλέον. Με το καλάσνικοφ οπλισμένο, περπατούσα ανάμεσα στα χαλάσματα που κάπνιζαν ακόμα. Αποφορά, ζέστη, μύγες. Παραχωμένα στα ερείπια, ανθρώπινα κουφάρια μαρτυρούσαν ότι κάμποσοι απ' τους εποίκους δεν είχαν προλάβει να φύγουνε· πάνε καλιά τους.  Κι αίφνης, υπήρχανε μοναχά οι γαλαζοπράσινες λίμνες των τρομοκρατημένων της ματιών. Τέτοια βουβή ομορφιά, σ’ έναν διαφορετικό κόσμο, θα γονάτιζα να την προσκυνήσω. Μέχρι να φύγω, να πάω να την ψάξω στου Οξαποδώ, γαλήνη δε θα βρω. Την ίδια κιόλας στιγμή που πατούσα τη γαμημένη τη σκανδάλη, το είχα μετανιώσει· μα οι σφαίρες δε γυρνάνε πίσω. Πρώτη γραφή Η εικόνα είναι φτιαγμένη από την ΤίΝα "Nakba" (Originally written in Greek) Face swollen from crying, I clung to my grandmother’s gaunt body, wiping snot and tears on her cotton ...

Τεθλιμμένη

Εικόνα
Με φωνάζουνε “Κοράκι”. Τον κακό τους τον καιρό! Με το μπλε-μαρέν πανωφόρι, Ούγκο Μπος παρακαλώ, και τον πανάκριβο ταμπά χαρτοφύλακα υπό μάλης, περνιέμαι για τραπεζίτης. Ο Χαραλάμπης είχε από ώρα φορτώσει τη σορό του μακαρίτη στη νεκροφόρα κι είχε πάρει δρόμο, δια τα περαιτέρω. Καθισμένος δίπλα στη χήρα, σημείωνα τις τελευταίες απαιτήσεις της για μια αξέχαστη, μεγαλοπρεπέστατη κηδεία.  Μπουκιά και συχώριο η μαντάμ, δεν είχα τον παραμικρό ενδοιασμό όταν μυρίστηκα ότι είχε κέφια· χαράς Ευαγγέλια. Ετοιμαζόμουνα να εντείνω την επίθεση γοητείας που είχα ήδη αρχινήσει, όταν χτύπησε το κινητό μου. “Μαλάκα μου”, άκουσα το συνεταίρο μου να ξεκαρδίζεται στην άλλη άκρη της γραμμής, “ζωντάνεψε ο σκατόγερος. Μεγάλος χαβαλές, εδώ κάτω, στο νεκροτομείο”. Η τσαπερδόνα, ανύποπτη, μ' έγδυνε με τα μάτια της. Πρώτη γραφή Η εικόνα είναι φτιαγμένη από την ΤίΝα "Bereaved" (Originally written in Greek) They call me “The Crow.” Bad luck to them! In my navy-blue overcoat, Hugo Boss, if you please, ...

Dolce Vita

Εικόνα
Έχει το γούστο του ο μπάρμπα-Ζαχάρης. Ντύνεται σαν κακομαθημένος έφηβος και καλλιεργεί μια καραμπογιαντισμένη, επιμελώς ατημέλητη γενειάδα, ασορτί με το άψογο περουκίνι του. Τον ενθαρρύνουνε — στο καφενείο του Αγγελή όπου περιμαζεύεται — κι οι λογής-λογής σουρλουλούδες που τον διπλαρώνουνε να τις κεράσει κανένα ποτό ή να του κάνουνε τράκα τσιγάρο. Πέφτουνε απάνω του, τον γεμίζουνε φιλιά, παίζουνε στα δάχτυλά τους το μούσι του και χασκογελάνε πως είναι ολόφτυστος ο Άγιος Υάκινθος. Δεν πολυσκοτίζεται που τον δουλεύουνε ψιλό γαζί ούτε τρέφει ψευδαισθήσεις· ανάμεσά τους βρίσκει τα τυχερά του. Με την ψωροσύνταξη του σιδηροδρομικού, τι να πρωτόκανε; Ας είναι καλά η προίκα της συχωρεμένης της Αγλαΐτσας του. Μόνο χάρη σ' αυτήν μπορεί να πληρώνει για να ζει τα στερνά του σαν ένας ευτυχισμένος πορνόγερος. Πρώτη γραφή Η εικόνα είναι φτιαγμένη από την ΤίΝα "Dolce Vita" (Originally written in Greek) You've got to hand it to old Zacharias. He dresses like a spoiled teenager and cul...

Καλά Πιθοίγια

Εικόνα
Γνωριστήκαμε τυχαία την πρώτη μέρα των Ανθεστηρίων. Ομορφονιός, δεκαεφτάχρονος, όχι παραπάνω, και στο δροσερό του πρόσωπο καθρεφτιζόταν μια ζωώδης ορμή. Οι δούλοι ετοιμάζονταν ν’ ανοίξουν τα πρώτα πιθάρια με το κρασί της χρονιάς. Η Αγορά έσφυζε από ζωή. Πίναμε με την ψυχή μας τον οίνο άκρατο, σεργιανίζοντας εύθυμα, ώσπου καταλήξαμε σε κάποιο παρακατιανό κρασοπουλειό. Οι λιγοστοί θαμώνες τριγύρω μας στραβοκοίταζαν. “Πάμε κάπου να είμαστε μόνοι, οι δυο μας”, έσκυψε και μου ψιθύρισε στο αυτί. Άλλο που δεν ήθελα κι εγώ! Βγήκαμε σιωπηλοί στην αφέγγαρη νύχτα, περασμένη η ώρα, βαθύ το σκοτάδι. Πήγα να του πιάσω το χέρι. Σκιές ξεχύθηκαν απ' το πουθενά, ουρλιάζοντας ύβρεις φριχτές, ακατανόμαστες. Αρχίσανε να με χτυπάνε όλοι μαζί με λύσσα, πρώτος και καλύτερος ο παραλίγο ερωμένος μου. Πρώτη γραφή "Ο Τάφος του Δύτη", τοιχογραφία, Ποσειδωνία της Μεγάλης Ελλάδας, 5ος αιώνας π.Χ.  "Happy Pithoigia" (Originally written in Greek) We met by chance on the opening day of the Anthe...

Ακαταμάχητη Έλξη

Εικόνα
Σαββατόβραδο, πήχτρα το κατώι του Χοντρού, και μια πρωτοεμφανιζόμενη κομπανία της συμφοράς έπαιζε ελαφρολαϊκά. Αυτή συνόδευε βαριεστημένα, ταλαιπωρώντας ένα ντέφι. Κύριος οίδε γιατί με μαγνήτισε η μαραμένη ομορφιά της, μα όλη νύχτα μάτια δεν είχα παρά μόνο γι’ αυτήν. Περίμενα να σχολάσει η ορχήστρα και μόλις αραίωσε ο κόσμος, ιδέα δεν έχω πού βρήκα το κουράγιο, σηκώθηκα, την πλησίασα και την κάλεσα στο τραπέζι μου για ένα τελευταίο ποτό. “Θα μπορούσα να ’μαι μάνα σου”, μου πέταξε με μια φωνή βραχνή απ’ το τσιγάρο, μετρώντας με από πάνω ίσαμε κάτω με βλέμμα μισοκοροϊδευτικό, μισοϋποσχετικό. Μα την αλήθεια! Ήταν φτυστή η λατρευτή μου μητερούλα! Κοκκίνησα μέχρι τ’ αυτιά, ελπίζοντας ότι στο μισοσκόταδο η αμηχανία μου περνούσε απαρατήρητη. Η νύχτα μας εξελίχτηκε ονειρικά… Πρώτη γραφή Η εικόνα είναι φτιαγμένη από την ΤίΝα "Irresistible Attraction" (Originally written in Greek) Saturday night, Fatso's cellar packed to the rafters, and a ramshackle fledgling band was grinding out...

Αστική Ευθύνη

Εικόνα
Βουλιάζοντας πίσω απ’ τα τσιμεντένια τείχη, ένας ήλιος χλεμπονιάρης αποχαιρετούσε. Με τα χέρια στις τσέπες, παρατηρούσε δύσθυμος το θαμπό του είδωλο στο μυγοφτυσμένο τζάμι. Γύρισε και κάθισε στο τραπέζι· μπροστά του, μισογεμάτο το ποτήρι. «Μια μέρα φεύγει, μια νύχτα έρχεται να μας φέρει πιο κοντά», μονολόγησε τραγουδιστά, με θεατρικό στόμφο, και κατέβασε μονορούφι το δυνατό ποτό. Ξαναγέμισε, ξανάπιε, ξανασηκώθηκε. Άνοιξε το παράθυρο. Η βοή της μεγαλούπολης πλημμύρισε το ρετιρέ. Έσκυψε κι απόμεινε να χαζεύει τις σκιές στον ακάλυπτο. Λυπόταν τη δόλια την Ευτυχία, του τρίτου. Ακόμα το χρωστούσε, το αυτοκίνητό της. Μα αυτός δεν είχε άλλη λύση, ή τώρα ή ποτέ! Καβάλησε το περβάζι και ζύγιασε την απόσταση. Ας προσέχει άλλη φορά που παρκάρει, σκεφτόταν στη διάρκεια των τελευταίων του δευτερολέπτων. Η εικόνα είναι φτιαγμένη από την ΤίΝα "Civil Liability" (Originally written in Greek) Sinking behind the concrete walls, a pasty sun was saying its goodbyes. Hands in his pockets, he stare...