Κουμπί Πανικού
Δεν μπορούσε να μου συγχωρήσει το κέρατο που του φόρεσα. Kάπου τον καταλάβαινα, αλλά έκτοτε μ’ έδερνε αλύπητα. Εντάξει που πάνω στα νεύρα του μ’ είχε χτυπήσει, όταν μας έκανε τσακωτούς μ' εκείνον το μαλάκα· πέστε ότι μου άξιζε. Έγκλημα και τιμωρία, έτσι δεν πάει;
Αλλά να με κοπανάει καθημερινά ουρλιάζοντας φράσεις ακατανόμαστες, ήτανε άδικο και του το είπα. Τότε με βάρεσε χειρότερα.
Να φύγεις, μου είπε η Προκοπία, η γειτόνισσα, που τίποτα δεν της ξέφευγε. Και που να πήγαινα, άφραγκη; Στο δικό της το αχούρι με τα πέντε κουτσούβελα;
Πήγα κάποτε στην αστυνομία, που να μην πήγαινα. Μου εγκαταστήσανε μια εφαρμογή στο τηλέφωνο. Στην ανάγκη, να πατήσω το κουμπί, είπανε.
Το πάτησα.
Τρεις ώρες κείτομαι νεκρή, κι ακόμα να φανούνε…
![]() |
| “Flying Away”, a photo-collage | Right part, Ganesh H. Shankar photography | Left part, Brett Walker photography "Panic Button" (Originally written in Greek) He couldn't forgive the cheating. I kind of got it, but he'd been beating me senseless ever since. Fine, in the heat of the moment when he caught us red-handed with that prick; say I deserved it. Crime and punishment, right? But bashing me daily while screaming unspeakable things was unfair, and I told him so. Then, he thrashed me even worse. Leave, said Prudence, the neighbor, who never missed a thing. And go where, broke? To that hovel of hers with the five brats? I went to the police eventually, wish I hadn't. They installed an application on my phone. In an emergency, press the trigger, they said. I did. Three hours I've been lying here dead, and they've yet to show… |

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου