Εργατικό Aτύχημα
Μπαρκαρισμένος μ’ άλλους πολλούς σ’ έναν σκυλοπνίχτη, έφτασε προ καιρού στα μέρη μας. Να γλυτώσει γύρευε απ’ τη μοχθηρή γριά-Σαρία. Βολεύτηκε σ’ ένα υγρό ημιυπόγειο μαζί μ’ άλλους πέντε νοματαίους. Δουλεύει στις οικοδομές, ανειδίκευτος, παράνομος. Κόλαση σκέτη.
Δεν είναι κανένας βλάκας, ξέρει τι αξίζουν τα καλοδουλεμένα του μούσκουλα στην αγορά φρέσκου κρέατος. Όταν νυχτώνει, ακάματος, βγαίνει στο κλαρί.
Μια κωλοπετσωμένη σαρανταφεύγα, πλούσια, πνιγμένη στο οινόπνευμα, τον ανακαλύπτει. Την υπηρετεί ολάκερη τη νυχτιά, την αποκαμώνει. “Μικρέ μου άγγελε, γίνε δικός μου για πάντα”, του ψιθυρίζει. Εκείνος, σιωπηλός, μόνο αναρωτιέται αν πιότερο τον αγαπά ο Θεός ή ο Σατανάς.
Μόλις χαράζει, αμφίθυμος, ετοιμάζεται για το γιαπί.
Θα ξεκολλούσε απ' την αγκαλιά της κοιμισμένης μισότριβης, αν ήξερε ότι πάει για το τελευταίο του μεροκάματο;
Πρώτη Δημοσίευση
| Saul Leiter Photography |
"Work Accident" (Originally written in Greek)
Packed in with many others aboard a rickety old tub, he arrived here some time ago—seeking escape from the wicked old Sharia. He found a place in a damp basement flat, squeezed in with five other rootless souls. He works on building sites—unskilled, undocumented. Pure hell.
He's no fool; he knows the worth of his well-built muscles in the flesh market. When night falls, tireless, he takes to the streets.
A slick broad in her late forties—rich, half-drowned in booze—discovers him. He serves her all through the night, exhausts her completely. "My little angel, be mine forever," she whispers. He says nothing, only wonders whether it is God or the Devil who loves him more.
At daybreak, torn and uncertain, he prepares for the construction site.
Would he have peeled himself from the middle-aged woman's embrace if he'd known he was going to his last shift?
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου