Ακαταμάχητη Έλξη
Σαββατόβραδο, πήχτρα το κατώι του Χοντρού, και μια πρωτοεμφανιζόμενη κομπανία της συμφοράς έπαιζε ελαφρολαϊκά. Αυτή συνόδευε βαριεστημένα, ταλαιπωρώντας ένα ντέφι. Κύριος οίδε γιατί με μαγνήτισε η μαραμένη ομορφιά της, μα όλη νύχτα μάτια δεν είχα παρά μόνο γι’ αυτήν.
Περίμενα να σχολάσει η ορχήστρα και μόλις αραίωσε ο κόσμος, ιδέα δεν έχω πού βρήκα το κουράγιο, σηκώθηκα, την πλησίασα και την κάλεσα στο τραπέζι μου για ένα τελευταίο ποτό.
“Θα μπορούσα να ’μαι μάνα σου”, μου πέταξε με μια φωνή βραχνή απ’ το τσιγάρο, μετρώντας με από πάνω ίσαμε κάτω με βλέμμα μισοκοροϊδευτικό, μισοϋποσχετικό.
Μα την αλήθεια! Ήταν φτυστή η λατρευτή μου μητερούλα! Κοκκίνησα μέχρι τ’ αυτιά, ελπίζοντας ότι στο μισοσκόταδο η αμηχανία μου περνούσε απαρατήρητη.
Η νύχτα μας εξελίχτηκε ονειρικά…
![]() |
| Η εικόνα είναι φτιαγμένη από την ΤίΝα |
Saturday night, Fatso's cellar packed to the rafters, and a ramshackle fledgling band was grinding out schmaltzy pop-folk. She accompanied them listlessly, tormenting a tambourine. God only knows why her faded beauty drew me in, but all night I had eyes only for her.
I waited for the set to end, and once the crowd thinned — where I found the nerve I'll never know — I got up, walked over, and asked her to my table for one last drink.
"I could be your mother," she tossed at me in a voice hoarse from cigarettes, sizing me up from head to toe with a look half mocking, half inviting.
So that was it! She was the spitting image of my darling mummy! I blushed to the tips of my ears, hoping the dim light was hiding my embarrassment.
Our night unfolded like a dream…

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου