Αστική Ευθύνη
Βουλιάζοντας πίσω απ’ τα τσιμεντένια τείχη, ένας ήλιος χλεμπονιάρης αποχαιρετούσε. Με τα χέρια στις τσέπες, παρατηρούσε δύσθυμος το θαμπό του είδωλο στο μυγοφτυσμένο τζάμι.
Γύρισε και κάθισε στο τραπέζι· μπροστά του, μισογεμάτο το ποτήρι. «Μια μέρα φεύγει, μια νύχτα έρχεται να μας φέρει πιο κοντά», μονολόγησε τραγουδιστά, με θεατρικό στόμφο, και κατέβασε μονορούφι το δυνατό ποτό. Ξαναγέμισε, ξανάπιε, ξανασηκώθηκε.
Άνοιξε το παράθυρο. Η βοή της μεγαλούπολης πλημμύρισε το ρετιρέ. Έσκυψε κι απόμεινε να χαζεύει τις σκιές στον ακάλυπτο. Λυπόταν τη δόλια την Ευτυχία, του τρίτου. Ακόμα το χρωστούσε, το αυτοκίνητό της. Μα αυτός δεν είχε άλλη λύση, ή τώρα ή ποτέ!
Καβάλησε το περβάζι και ζύγιασε την απόσταση.
Ας προσέχει άλλη φορά που παρκάρει, σκεφτόταν στη διάρκεια των τελευταίων του δευτερολέπτων.
![]() |
| Η εικόνα είναι φτιαγμένη από την ΤίΝα |
"Civil Liability" (Originally written in Greek)
Sinking behind the concrete walls, a pasty sun was saying its goodbyes. Hands in his pockets, he stared sullenly at his dim reflection in the fly-specked windowpane.
He turned and sat at the table; in front of him, a half-full glass. “One day leaves, one night comes to bring us closer,” he intoned in a singsong, with theatrical pomp, and knocked back the strong liquor in one go. He refilled, drank again, got to his feet.
He opened the window. The roar of the metropolis flooded the penthouse. He leaned out and lingered, gazing at the shadows in the courtyard below. He felt sorry for poor Felicity from the third floor. She still owed on that car of hers. But he had no way out: now or never!
He swung a leg over the sill and gauged the distance.
She’d better watch where she parks next time, he thought in his last seconds.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου