Επανένωση
"Παλιοθήλυκο", μούγκρισε τραυλιστά, χτυπώντας την αναίτια με την ανάποδη. Η στύση του διαγραφόταν απροκάλυπτη κάτω από το λεκιασμένο ύφασμα του παντελονιού. Οι ξεροί κρότοι από τ' απανωτά χαστούκια, ακούγονταν ως έξω απ' το χαμόσπιτο.
"Ανάθεμα την ώρα που μ' έσπειρες, κανάγια", ούρλιαξε αυτή. Του όρμησε οργώνοντας με τα μακριά της νύχια το πρησμένο απ' τ’ οινόπνευμα πρόσωπό του. Βογκώντας πονεμένα, την άρπαξε. Αντί για τις συνηθισμένες του αισχρότητες, άρχισε να της σφίγγει τον λαιμό με τα χοντρά, τριχωτά του δάχτυλα.
Μάταια προσπαθούσε να του δαγκώσει τα χέρια, να ξεγλιστρήσει.
Ασάλευτη, με παγωμένο βλέμμα, τον κοιτάζει τώρα όλο μίσος. Τον σιχαίνεται ακόμα κι άψυχη. Η μάνα της, έντρομη, από ψηλά, κουνάει το κεφάλι της· άπραγη όπως πάντα. Όπου να' ναι, θα ξανασμίξουν.
![]() |
| A.I. Generated Image |
"Filthy bitch," he slurred, backhanding her for no reason. His erection showed plainly through the stained fabric of his trousers. The dry crack of slap after slap carried outside the shack.
"Damn the hour you sired me, you bastard," she screamed. She lunged at him, raking his alcohol-swollen face. Groaning in pain, he seized her. Instead of his usual obscenities, he started squeezing her throat with his thick, hairy fingers.
She tried, uselessly, to bite his hands, to twist free.
Motionless, her eyes frozen, she looks at him now with pure hatred. She hates him even dead. Her mother, terrified, up above, shakes her head — helpless, as always. Any moment now, they'll be together again.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου