Εκδίκηση

Μια ιστορία επτά επεισοδίων με 121 λέξεις το καθένα

-1-

Αν μια γυναίκα κοιμάται μονάχη της τις νύχτες, εμείς, οι άντρες φταίμε, έλεγα και ξανάλεγα στον εαυτό μου, για να κατανικώ την απέχθειά μου για τα γερασμένα πρόσωπα και τα μαραγκιασμένα κορμιά με τα μαραμένα στήθια.

Αριστούχος αρχιτέκτονας, με διδακτορικό στα δομικά υλικά της ελληνιστικής περιόδου, μόνο ως θηριοδαμαστής θα μπορούσα να δουλέψω για να ζήσω, που λέει και το ανέκδοτο. Επειδή όμως στα τριάντα μου καίω καρδιές, μου ήρθε βολικότερο να γίνω σταθερός θαμώνας των φουαγιέ της Μεγάλης Βρεταννίας και καβαλιέρος ώριμων κυριών.

Η Αριάδνη, μια καλοσιτεμένη κληρονόμος στόλου αλιευτικών, ήταν η τελευταία μου κατάκτηση. «Είσαι μοναδικός», μου εξομολογήθηκε ανάβοντας τσιγάρο, συγκλονισμένη ακόμα απ' τον ανδρισμό μου. «Έχω σχέδια για σένανε, αγορίνα μου», γουργούρισε φυσώντας τον καπνό στα μούτρα μου.

-2-

Ο καθρέφτης μου έλεγε μονότονα ότι ο χρόνος δεν αστειεύεται, μα εγώ το είχα βάλει γινάτι να του βγάζω κοροϊδευτικά τη γλώσσα, με κάθε αφορμή. Απ’ το κρεβάτι μου έχουν περάσει τόσοι και τόσοι. Οι καλύτεροι της πιάτσας. Αλλά αυτό που έπαθα μαζί του, δεν το περίμενα. Ετούτος εδώ ο Κούρος με το πανώριο του παράστημα, τους κορακίσιους βόστρυχους απλωμένους στους φαρδείς του ώμους και τα αμυγδαλωτά μάτια, έβαλε φωτιά στα τόπια· σαν δεκαεπτάχρονο κοριτσόπουλο ένιωθα στην αγκαλιά του. Χαζή βέβαια δεν είμαι, δε μου καιγόταν όμως καρφί για τα ταπεινά του κίνητρα· στον τάφο μου θα τα πάρω; Όταν με χάιδευε ψιθυρίζοντας γλυκόλογα, πουλώντας μου μεγάλους έρωτες, το μόνο που μ’ ενδιέφερε ήταν οι ίμεροι που πλημμύριζαν το κορμί μου.

-3-

Ο πρώτος καιρός ήτανε ανέφελος· ταξίδια, δώρα. Με είχε πρίγκηπα. Μαζί της είχα γνωρίσει τον αφρό της κοινωνίας. Τα όργανα, αρχίσανε αργότερα. Στην αρχή, η ζήλεια της με διασκέδαζε. Τρομάρα της, σκεφτόμουνα και γελούσα από μέσα μου. Μετά όμως άρχισε να γίνεται ενοχλητική. Κατάντησε αφόρητη. «Θα σε διώξω», μου 'λεγε τρίζοντας τα δόντια, όποτε μ’ έπιανε να κρυφοκοιτάζω καμιά πιτσιρίκα· μ' έπνιγε.

Πώς ήρθανε έτσι τα πράγματα εκείνο το βράδυ; Είχαμε γυρίσει από τη νυχτερινή μας έξοδο, κοντεύανε χαράματα, εγώ αρκετά πιωμένος και μπαϊλντισμένος· με είχε φέρει στο μη παρέκει. Σε έξαλλη κατάσταση εκείνη: τάχα μου, φλέρταρα την ομορφούλα απ' τη διπλανή παρέα, στο μπουζουξίδικο που διασκεδάζαμε. Ούρλιαζε, έσπαγε, έκλαιγε. Θέατρο του παραλόγου. Άρχισα να ξεστομίζω βαριές κουβέντες. Μιλούσε το αλκοόλ.

-4-

Να τον προσκυνώ σαν Θεό, να κρέμομαι απ’ τα χείλη του, ν’ αναπνέω για τα χάδια του, να τον γεμίζω δώρα, κι αυτός, της πουτάνας ο γιος, να κορτάρει εκείνο το παλιοθήλυκο στο διπλανό τραπέζι, σαν να μην ήμουνα εκεί! Τον αγριοκοίταζα, σημασία δεν μου έδινε, ώσπου του 'ριξα και μια τσιμπιά. Τινάχτηκε όρθιος, ζητώντας τον λόγο. Ήθελε και τα ρέστα, το κοπρόσκυλο. Μου έβγαλε γλώσσα ένα πήχυ. Όλος ο καλός ο κόσμος ήταν εκεί.  Γυρίζανε και με κοιτάζανε. Ήθελα ν' ανοίξει η γη να με καταπιεί. Δεν ήταν τόσο η αυθάδειά του, ήταν η αλήθεια που με πόνεσε. Παλιόγρια, με αποκάλεσε. Δεν είχα επιλογή· μόλις γυρίσαμε στο σπίτι, του ζήτησα να τα μαζέψει και να μου αδειάσει αμέσως τη γωνιά.

-5-

Ξύπνησα με κεφάλι βαρύ και στόμα τσαρούχι, να παρατηρώ μισοκοιμισμένος τον ουρανό. Απ’ το ορθάνοιχτό παράθυρο, ένας ήλιος μεσούρανος, καχεκτικός, τη μια κρυβόταν, την άλλη ξεμύτιζε πίσω από βαριά σύννεφα, μαβιά. Έκανε ψύχρα. Έξω φυσούσε.

Ο μεταμεσονύκτιος καυγάς μας άρχισε να ζωντανεύει καρέ-καρέ, στο σκοτισμένο μου μυαλό. Τινάχτηκα πάνω κεραυνόπληκτος, ελπίζοντας ότι κοιμόμουνα ακόμα, ότι αυτό που βίωνα δεν ήταν παρά η συνέχεια ενός εφιάλτη που με ταλάνιζε. Οι εικόνες να προβάλλονται μπροστά στα μάτια μου, να μου σηκώνεται η τρίχα. Δεν μπορεί, όχι. Τυλίχτηκα βιαστικά στο μπουρνούζι μου και, ξυπόλητος, κατέβηκα τις στριφογυριστές σκάλες. Πήγα στην κουζίνα, στο μπάνιο, παντού, φωνάζοντας το όνομά της. Βγήκα στον κήπο· ψιλόβρεχε. Έτρεξα μέχρι το γκαράζ· άφαντη, λες και την είχε καταπιεί η γη.

-6-

Τόσο αγριεμένα, ποτέ μου δεν τα είχα ξαναδεί τα μάτια του· σκοτεινά, θολωμένα απ' το οινόπνευμα. Με τρόμαζε, μα δε σκόπευα να κάνω πίσω, δεν ήμουνα εγώ απ' αυτές. «Εξαφανίσου από τη ζωή μου, κάθαρμα, αλήτη, αποτυχημένε ρεμπεσκέ», του πέταγα κατάμουτρα, σε έξαλλη κατάσταση. Με πλησίασε σε απόσταση αναπνοής. Η ξινίλα του πιόματος στην ανάσα του μου ανακάτευε το στομάχι. Έβαλα όλη μου τη δύναμη και τον απώθησα με λύσσα. Έχασε την ισορροπία του. Έπεσε φαρδύς-πλατύς στο πάτωμα, μα πετάχτηκε αμέσως απάνω και μου χύμηξε σαν αίλουρος. 

Τύλιξε τα χέρια του γύρω από το λαιμό μου και με σιδερένια δάχτυλα έσφιγγε, όλο έσφιγγε. Ξεψυχώντας, άκουγα τον ήχο των μαργαριταριών του σπασμένου περιδεραίου μου που χοροπηδούσαν χαρμόσυνα πάνω στους έβενους του πατώματος.

-7-

Άρχιζε να σουρουπώνει. Δεν ήξερα τι να σκεφτώ, τι να κάνω· κόντευα να τρελαθώ. Αστραπές, βροντές, έξω έριχνε καρεκλοπόδαρα. Τότε την άκουσα. Περισσότερο την αισθάνθηκα· είπα ότι ήταν ιδέα μου. Πολύ νωρίς για μένα, αλλά σέρβιρα δυο-τρία δάχτυλα ουίσκι σ' ένα ποτήρι και το κατέβασα μονοκοπανιά.

«Θέλω κι εγώ», με συντάραξε η κοφτή προσταγή. Πετάχτηκα σαν ελατήριο. Γύρισα προς τη μεριά που είχε ακουστεί η βραχνή φωνή της και διέκρινα τη φιγούρα της, με το πρόσωπο κρυμμένο στις σκιές. Μόνο δυο πυρετικά μάτια έλαμπαν μέσα στο σκοτάδι, που είχε πια πέσει για τα καλά. 

Μ' έφτασε με δυο δρασκελιές, μ' άρπαξε, κόλλησε τα χείλη της πάνω στα δικά μου και, βυθίζοντας τη γλώσσα της στο στόμα μου, ρούφηξε την ψυχή μου. 

(Πρώτη δημοσίευση, "Eerie Encounters", Tales of the Mind Projects)

Η εικόνα είναι φτιαγμένη από την ΤίΝα


"Revenge" (A story in seven episodes of 121 words each, οriginally written in Greek)

-1- 

If a woman sleeps alone at night, we men are to blame, I kept telling myself, to smother my disgust for the aged faces and the shriveled bodies with their withered breasts. 

Top of my class as an architect, with a doctorate in Hellenistic building materials, the only job I could have survived on was lion tamer, as the joke goes. But since at thirty I was setting hearts on fire, it suited me better to become a regular in the foyers of the Grande Bretagne and an escort to mature ladies. 

Ariadne, a well-seasoned heiress to a fleet of fishing boats, was my latest conquest. “You’re one of a kind,” she confessed, lighting a cigarette, still shaken by my manhood. “I’ve got plans for you, my boy,” she purred, blowing smoke in my face. 

 -2- 

My mirror kept droning that time doesn’t kid around, but out of spite I stuck my tongue out at it every chance I got. Plenty had passed through my bed. The pick of the meat market. But what happened to me with him, I never saw it coming. This Kouros, with that magnificent bearing, those raven curls spilling over broad shoulders, those almond eyes, lit a fuse under me; in his arms I felt like a seventeen-year-old slip of a girl. I’m no fool, of course, but his base motives didn’t bother me one bit. You can’t take it with you, can you? When he stroked me, whispering sweet nothings and selling me grand passions, all I cared about was the longing flooding my body. 

-3- 

The early days were cloudless: trips, gifts. She had me living like a prince. Through her I’d met the cream of society. The trouble started later. At first her jealousy amused me. Silly old bat, I’d think, laughing to myself. Then it got annoying. Then unbearable. “I’ll throw you out,” she’d say, grinding her teeth, whenever she caught me eyeing some young thing. She was choking me. 

How did things come to that, that night? We’d come home from our night out, nearly dawn, me pretty drunk and wiped out; she’d driven me to the end of my rope. She was in a frenzy: supposedly I’d been flirting with the pretty little thing from the group next to ours at the bouzouki joint. She screamed, smashed things, wept. Theater of the absurd. I started saying nasty things. The liquor was talking. 

-4- 

To worship him like a god, to hang on his every word, to breathe for his caresses, to shower him with gifts, and for him, the son of a bitch, to be chatting up that floozy at the next table as if I weren’t even there! I glared at him. He ignored me, so I gave him a pinch. He shot to his feet, demanding to know what the hell. The filthy mongrel had to push his luck. He stuck his tongue out at me, a foot long. The whole respectable crowd was watching. They turned and stared. I wanted the earth to open up and swallow me. It wasn’t so much his insolence; it was the truth that hurt. “Old hag,” he called me. I had no choice. The minute we got home, I told him to pack his things and clear out. 

-5-

I woke with a heavy head and a mouth like an old shoe, half-asleep, staring at the sky. Through the wide-open window, a sickly sun at high noon kept ducking behind heavy purple clouds, then peeking out again. It was chilly. Wind outside. 

Our after-midnight fight began coming back to life, frame by frame, in my foggy mind. I shot upright, thunderstruck, hoping I was still asleep, that what I was reliving was only the tail end of a nightmare that had been tormenting me. The images flashing before my eyes, the hair rising on my neck. It can’t be. No. I threw my bathrobe around me and, barefoot, hurried down the winding stairs. I checked the kitchen, the bathroom, everywhere, calling her name. I went out to the garden; a fine drizzle. I ran as far as the garage. Not a trace of her, as if the earth had swallowed her. 

 -6- 

Never had I seen his eyes so savage: dark, glazed with drink. He scared me, but I had no intention of backing down. I wasn’t one of those women. “Get out of my life, you bastard, you bum, you failed gigolo,” I flung in his face, in a frenzy. He closed in until we were nose to nose. The sour stench of booze on his breath turned my stomach. I put everything I had into it and shoved him away with a vengeance. He lost his balance. Went down sprawling on the floor, but sprang up at once and lunged at me like a wildcat. He wrapped his hands around my throat, iron fingers squeezing, squeezing. As I breathed my last, I heard the pearls of my broken necklace skipping gleefully across the ebony floor. 

 -7- 

Dusk was falling. I didn’t know what to think, what to do; I was losing my mind. Lightning, thunder, rain coming down in sheets. Then I heard her. Felt her, more like; told myself it was my imagination. Too early for me, but I poured two or three fingers of whiskey into a glass and knocked it back in one gulp. 

“I want some too,” the curt command jolted me. I leapt like a coiled spring. I turned toward the hoarse voice and made out her figure, her face hidden in shadow. Only two feverish eyes glowed in the darkness, which had set in for good. 

She crossed the room in two strides, grabbed me, pressed her lips to mine and, plunging her tongue into my mouth, sucked out my soul.

★★★


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

USS Gerald R. Ford (CVN-78)

Το Ντοκουμέντο

Διέξοδος

Λιποτάκτες

Της Φυλακής τα Σίδερα…

57+17=74· αλλά ποιος μετράει;

Α[μετα]νόητοι!

Εργατικό Aτύχημα

Κουμπί Πανικού

Ο Mεγάλος Aποχαιρετισμός