Άνισο Παιχνίδι
Κάποιο απόγευμα που βαριόμουν φριχτά, το έσκασα απ' τον γυναικωνίτη. Ξεγλιστρώντας, χάθηκα απαρατήρητη μέσ' στα ανήλιαγα σοκάκια της καστροπολιτείας. Καλοβράδιαζε όταν ανταμώσαμε. Κοντοστάθηκε. Κοιταχτήκαμε. Το τατουάζ στο μέτωπό μου μιλούσε από μόνο του. Μ' άρπαξε σαν παιχνιδάκι· το θράσος του μου έκοψε την ανάσα. Μύριζε κρασίλα κι απλυσιά· αυτό μ' ερέθιζε ακόμα περισσότερο. Αφέθηκα στα δυνατά χέρια του, στ' άγαρμπα χάδια του. Για κάτι τέτοιο δεν είχα ξεπορτίσει;
Με τράβηξε βίαια σε μια απόμερη γωνιά. Ήξερε ότι έπαιζε τη ζωή του κορώνα-γράμματα, μα εμένα δε μ' ένοιαζε αν μας έπιαναν, έχω το ακαταλόγιστο της τρανής γενιάς μου.
Οι αέρηδες λικνίζουν το σιδερένιο κλουβί που κρέμεται έξω απ' τα τείχη της Ακρόπολης. Μέρες τώρα, σαπίζει εκεί ψηλά, ο μορφονιός. Έπαιξε κι έχασε...
Πρώτη γραφή
Το Στοίχημα
Άπνοια και ζέστη αποπνικτική. Μόνο κάτι μακρινά αλυχτίσματα σκυλιών ταράζουν τη μεσημεριάτικη ραστώνη. Η αποφορά της αποσύνθεσής μου είναι εμετική. Τρεις μέρες τώρα σαπίζω στριμωγμένος σ’ ετούτο το μεταλλικό κλουβί. Τα χορτασμένα κοράκια τρυπώνουν απ’ τα μάτια του πλέγματος, τσιμπολογώντας νωχελικά κομμάτια σάρκας απ’ το άψυχο κορμί μου.
Είχε βάλει να σουρουπώνει όταν την κιάλαρα να περιπλανιέται αδέσποτη στα λερά σοκάκια της καστροπολιτείας. Κοντοστάθηκε και με σαΐτευσε κατάκαρδα. Το μαρκάρισμα στο κούτελό της φώναζε ότι η μορφονιά ήτανε κτήμα σπουδαίου προσώπου. Ετοιμαζόμουνα να βουτήξω σ’ επικίνδυνα νερά· τα ζαφειρένια μάτια της μου έλεγαν ότι το ρίσκο ανταμείβεται.
Νέος κι άμυαλος, δεν μέτρησα τίποτα. Μα το κάθε της φιλί από μόνο του άξιζε όλες τις βουρδουλιές που με κομματιάσανε· στιγμή δεν μετανιώνω.
Πρώτη γραφή |
Η εικόνα είναι φτιαγμένη από την ΤίΝα
|
"Unequal Stakes" (Originally written in Greek)
Some afternoon, dying of boredom, I slipped out of the women's quarters, unseen, into the sunless alleys of the citadel. Dusk was falling when we met. He hesitated for an instant. We looked at each other. The tattoo on my forehead spoke for itself. He seized me like a toy; his boldness took my breath away. He smelled of wine and unwashed skin — it excited me all the more. I surrendered to his strong hands, his rough caresses. Hadn't I snuck out for precisely this?
He pulled me violently into a secluded corner. He knew he was gambling with his life. I didn't care if they caught us — I have the impunity of my illustrious lineage.
Winds now sway the iron cage beyond the walls of the acropolis. For days, the beau has been rotting up there. He gambled and lost...
"The Gamble" (Originally written in Greek)
Not a breath of wind, and the heat is suffocating. Only some distant dogs howling disturb the midday torpor. The stench of my decay is nauseating. Three days now I’ve been rotting, wedged into this metal cage. The sated crows slip in through the mesh, lazily pecking morsels of flesh off my lifeless body.
Dusk was settling when I clocked her wandering, stray, through the grimy alleys of the citadel. She stopped short and shot me clean through the heart. The brand on her forehead proclaimed that the stunner belonged to someone of consequence. I was about to wade into dangerous waters; her sapphire eyes told me the risk would pay off.
Young and reckless, I never counted the cost. And each of her kisses, on its own, was worth every lash that tore me to pieces. Not for a second do I regret it.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου