Τεθλιμμένη
Με φωνάζουνε “Κοράκι”. Τον κακό τους τον καιρό! Με το μπλε-μαρέν πανωφόρι, Ούγκο Μπος παρακαλώ, και τον πανάκριβο ταμπά χαρτοφύλακα υπό μάλης, περνιέμαι για τραπεζίτης.
Ο Χαραλάμπης είχε από ώρα φορτώσει τη σορό του μακαρίτη στη νεκροφόρα κι είχε πάρει δρόμο, δια τα περαιτέρω.
Καθισμένος δίπλα στη χήρα, σημείωνα τις τελευταίες απαιτήσεις της για μια αξέχαστη, μεγαλοπρεπέστατη κηδεία.
Μπουκιά και συχώριο η μαντάμ, δεν είχα τον παραμικρό ενδοιασμό όταν μυρίστηκα ότι είχε κέφια· χαράς Ευαγγέλια. Ετοιμαζόμουνα να εντείνω την επίθεση γοητείας που είχα ήδη αρχινήσει, όταν χτύπησε το κινητό μου.
“Μαλάκα μου”, άκουσα το συνεταίρο μου να ξεκαρδίζεται στην άλλη άκρη της γραμμής, “ζωντάνεψε ο σκατόγερος. Μεγάλος χαβαλές, εδώ κάτω, στο νεκροτομείο”.
Η τσαπερδόνα, ανύποπτη, μ' έγδυνε με τα μάτια της.
Πρώτη γραφή
![]() |
| Η εικόνα είναι φτιαγμένη από την ΤίΝα |
"Bereaved" (Originally written in Greek)
They call me “The Crow.” Bad luck to them! In my navy-blue overcoat, Hugo Boss, if you please, and with a frightfully expensive tan briefcase tucked under my arm, I pass for a banker.
Haralambis had loaded the deceased into the hearse a good while back and driven off to see to the further formalities.
Seated beside the widow, I jotted down her final demands for an unforgettable, most magnificent funeral.
Bless the dead, but the dame was a tasty morsel, and not a scruple in me when I sniffed out that she was in the mood. Glad tidings! I was about to step up the charm offensive I’d already discreetly launched when my phone rang.
“Buddy,” I heard my partner howling with laughter at the other end of the line, “the old bastard’s come back to life. What a fucking riot down here in the morgue.”
The hussy, oblivious, was undressing me with her eyes.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου