Υπνοβάτης
Είχαμε τσακωθεί άσχημα το προηγούμενο βράδυ. Θέαμα είχαμε γίνει στην τραπεζαρία του ξενοδοχείου, αλλά έτσι είμαστε εμείς.
Ο ύπνος μας πήρε στο λυκαυγές, αγκαλιασμένους, εξαντλημένους, ύστερα από μια νύχτα γεμάτη ερωτική ένταση.
Το επίμονο χτύπημα στην πόρτα μ’ απάλλαξε απ’ το φριχτό όνειρο. Αξημέρωτα μου φάνηκε. Ένοιωσα δυο τρυπάνια να τριβελίζουν τους κροτάφους μου. Σύρθηκα όπως-όπως, ν’ ανοίξω.
Μπροστά μου στέκονταν ο οικείος καμαριέρης κι ένας άγνωστος με σκούρα καπαρντίνα, μισάνοιχτη. Γκρίζο κουστούμι, λευκό, ταλαιπωρημένο πουκάμισο, κοκκινοπράσινη, ριγωτή γραβάτα. Αμίλητος, μου έδειξε μια ταυτότητα· τμήμα Ανθρωποκτονιών.
Πού είναι η γυναίκα μου, αναλογίστηκα ξαφνικά· γύρισα το κεφάλι, ρίχνοντας ένα μισοκοιμισμένο βλέμμα στο άδειο, υπέρδιπλο κρεβάτι.
Τότε ήταν που τρομοκρατήθηκα. Στον εφιάλτη μου, έψαχνα μέρος να παραχώσω το πτώμα της στο παρακείμενο άλσος.
![]() |
| A.I. Generated Image |
"Sleepwalker" (Originally written in Greek)
We'd fought badly the night before. Made a spectacle of ourselves in the hotel dining room, but that's how we are. Sleep took us at first light, entwined, exhausted, after a night full of erotic tension.
The insistent knocking at the door freed me from the horrible dream. It felt like it was still before dawn. Two drills seemed to bore into my temples. I dragged myself, somehow, to open it.
Before me stood the familiar bellboy and a stranger in a dark trenchcoat, half-open. Grey suit, white, rumpled shirt, red-and-green striped tie. Silent, he showed me an ID; Homicide.
Where's my wife, I suddenly wondered; I turned my head, casting a dazed glance at the empty, queen-size bed.
That's when I was truly terrified. In my nightmare, I'd been looking for a place to stash her body in the nearby grove.
(extended version)
★★★

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου