Ξεριζωμός
Με πρόσωπο κλαμένο, κολλημένος στο λιπόσαρκο κορμί της γιαγιάς μου, σφούγγιζα μύξες και δάκρυα στη μπαμπακερή ποδιά της· μύριζε θυμάρι, αξέχαστα.
Μας τρέφει το μίσος· μόνο αυτό μας επιτρέπουνε να καλλιεργούμε πλέον.
Με το καλάσνικοφ οπλισμένο, περπατούσα ανάμεσα στα χαλάσματα που κάπνιζαν ακόμα. Αποφορά, ζέστη, μύγες. Παραχωμένα στα ερείπια, ανθρώπινα κουφάρια μαρτυρούσαν ότι κάμποσοι απ' τους εποίκους δεν είχαν προλάβει να φύγουνε· πάνε καλιά τους.
Κι αίφνης, υπήρχανε μοναχά οι γαλαζοπράσινες λίμνες των τρομοκρατημένων της ματιών. Τέτοια βουβή ομορφιά, σ’ έναν διαφορετικό κόσμο, θα γονάτιζα να την προσκυνήσω.
Μέχρι να φύγω, να πάω να την ψάξω στου Οξαποδώ, γαλήνη δε θα βρω. Την ίδια κιόλας στιγμή που πατούσα τη γαμημένη τη σκανδάλη, το είχα μετανιώσει· μα οι σφαίρες δε γυρνάνε πίσω.
![]() |
| Η εικόνα είναι φτιαγμένη από την ΤίΝα |
"Nakba" (Originally written in Greek)
Face swollen from crying, I clung to my grandmother’s gaunt body, wiping snot and tears on her cotton apron; it smelled of thyme, unfadingly.
Hatred feeds us. It’s the only thing they’ve left us to grow.
Kalashnikov loaded, I was walking among the ruins, still smoldering. Stench, heat, flies. Buried in the rubble, human carcasses bore witness that quite a few of the settlers hadn’t made it out in time. Good riddance.
And suddenly, there were only the turquoise lakes of her terror-stricken eyes. Such silent beauty. In another world, I would have knelt and worshipped her.
Until I go, off searching for her at the back of beyond, I’ll know no peace. The instant I pulled the fucking trigger, I regretted it, but bullets don’t turn back.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου