Κακοκαιρία
Ξυπόλυτη, ξέπνοη, έτρεχα, σκουντούφλαγα, βούλιαζα μέχρι τα γόνατα στη λασπουριά των άσπαρτων χωραφιών. Μούσκεμα και το κουρέλι που 'χα ρίξει απάνω μου, να κρύψω όπως-όπως τη γύμνια μου. Ευτυχώς, είχε σταματήσει η βροχή. Μου είχε βγει η ψυχή στην ανηφοριά, μα έσφιγγα τα δόντια. Τρελαινόμουνα στη σκέψη ότι θα ξανάπεφτα στα νύχια τους κι αυτό μου έδινε δύναμη: ή θα τα κατάφερνα ή ήμουνα τελειωμένη.
Και τότε είδα την πινακίδα της Texaco. Γονάτισα ξεσπώντας σε γέλια; Σε κλάματα; Ούτε κι εγώ ήξερα. Σηκώθηκα κάποτε. Αγκομαχώντας, έφτασα ως τη δημοσιά κι όρμησα προς το ψωραλέο βενζινάδικο. «Βοήθεια!» στρίγγλιζα, μα δεν υπήρχε άνθρωπος.
Τινάχτηκα απ' τ' απανωτά κορναρίσματα· ύστερα οι μεθυσμένες ιαχές τους μου κόψανε τα ήπατα. Ως εδώ ήτανε.
Ξαναρχίζει να βρέχει...
Η εικόνα είναι φτιαγμένη από την ΤίΝα
Barefoot, breathless, I ran, stumbled, sinking knee-deep into the mud of the unplowed fields. The rag I’d thrown over myself to cover my nakedness was soaked too. Luckily, the rain had stopped. I was already half-dead on the uphill, but I gritted my teeth. I was going out of my mind at the thought of falling back into their clutches, and that gave me strength: either I’d make it, or I was done for.
Then I made out the Texaco sign. I dropped to my knees and broke into laughter? Tears? I didn’t even know. Sometime later, I got up. Gasping, I reached the country road and bolted for the mangy gas station. “Help!” I shrieked, but there was no one.
I flinched at the honking; then their drunken whoops gutted me. That was it.
It’s starting to rain again...
★★★
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου