Αλλοπαρμένη
Χειμώνα-καλοκαίρι, άμα σουρούπωνε, ξεμύτιζε απ’ το χαμόι της κατηφορίζοντας κατά το Τελωνείο, εκειδά όπου μια φαρδιά γλώσσα αμμουδιάς ράθυμα γλείφει τα θολά νερά.
Αλαφροπερπατώντας στην ακροθαλασσιά, πετούσε την αμπάγια της κι έτσι, όπως την είχε γεννήσει η μάνα της, στεκότανε ακούνητη, νεραϊδοπαρμένη. Τι να βίγλιζε;
Ο Μεγαλοδύναμος της είχε πειραγμένα τα μυαλά· γι’ αντάλλαγμα, ο Ωξαποδός της είχε χαρίσει μια κολασμένη ομορφιά· οι άντρες του Καραβοστασιού, όποτε πέφταμε για ύπνο, όλοι μας ταξιδεύαμε στην ηβική της χώρα.
Σαν σκοτείνιαζε καλά, ξαναντυνότανε και, πάντα αμίλητη, δώστου μπρος τα πίσω, δρόμο για το κονάκι της.
Τη βρήκαμε ένα χάραμα στο περιγιάλι, με τα τσακίρικα μάτια της ορθάνοιχτα, παγωμένα. Ειπώθηκε ότι την πνίξανε οι γυναίκες της πολίχνης μας από ζηλοφθονία μα τίποτα δεν αποδείχτηκε.
![]() |
| "Alienated", AI-assisted image based on a photo-collage by Raskolnick |
Come dusk, winter or summer, she would slip out of her hovel and head down toward the Customs House, where a broad tongue of sand idly licks the murky water. Light-footed, she glided along the tideline, threw off her abaya, and stood there motionless, fairy-struck, just as her mother had borne her. What was she keeping vigil for?
The Almighty had scrambled her wits; in exchange, Old Scratch had given her an infernal beauty. Every man of our little harbour town, whenever we lay down to sleep, would journey into the territory between her thighs.
When full dark came she would dress again and, still wordless, off she'd go, back and forth, down the road to her shack.
We found her one daybreak on the shore, her pale, piercing eyes wide open, frozen. Word went round that the women of our township had drowned her out of envy; nothing was ever proved.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου