Υψιπετής
Με τη σκέψη της κοιμόμουνα, με την μορφή της ξύπναγα, να με καλημερίζει. Κάποτε την πέτυχα στο μπαλκόνι της να ποτίζει τα φυτά της. Στάθηκα από κάτω, και μ’ ένα χείμαρρο προσεκτικά διαλεγμένων λέξεων, της εξομολογήθηκα τα αισθήματά μου. Πού βρήκα το κουράγιο, ο αθεόφοβος;
Σαν πύργος από τραπουλόχαρτα κατέρρευσα όταν, βουβή, μου γύρισε την πλάτη. Μπήκε μέσα σφαλίζοντας με πάταγο την μπαλκονόπορτα πίσω της, μα προτού περάσουν δυο λεπτά, άνοιξε η εξώπορτα της δίπατης οικίας.
Εμφανίστηκε στο πεζοδρόμιο αναψοκοκκινισμένη μ' ένα χαμόγελο φλογερό. Με σίμωσε αμίλητη, με πήρε απ' το χέρι, ν' απογειωθούμε, μου έκανε νόημα, στα σύννεφα. Υψιπετείς στιγμές μελίρρυτες ζήσαμε, αλλά προτού περάσει καιρός, άτσαλα κουτρουβαλήσαμε και κατασκοτωθήκαμε.
Ντρέπομαι που το ομολογώ: δεν άντεχα δίπλα σε μια κωφάλαλη...
![]() |
| A.I. Generated Image |
"Heaven-fallen" (Originally written in Greek)
I used to fall asleep with her on my mind, and wake to her face wishing me good morning. One day I caught her on her balcony watering her plants. I stood below and, in a torrent of carefully chosen words, confessed my feelings. Where did I find the nerve — bold as sin?
I collapsed like a house of cards when, silent, she turned her back on me. She went inside, slamming the balcony door behind her — but before two minutes had passed, the front entrance of the two-story house swung open.
She appeared on the sidewalk flushed, with a fiery smile. She came close without a word, took my hand and signaled for us to take off into the clouds. High-flying, we lived honeyed moments — but before long, we tumbled clumsily and crashed and burned.
I'm ashamed to admit it: I couldn't last beside a deaf-mute.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου