Προσκυνημένοι
Εφηβόπουλο, είχε ανέβει στον Ταΰγετο να πολεμήσει τους Ούννους. Τα Δεκεμβριανά τονε βρήκανε στην Αθήνα. Σκοτεινοί καιροί. Τονε στριμώξανε οι Εγγλέζοι. Ύστερα τονε περιλάβανε οι Γερμανοντυμένοι· βασανιστήρια, κακό· σάλεψε ο νους του.
Όταν κάποτε τον αμολήσανε από το Μακρονήσι, το θολωμένο του μυαλό τον έφερε μπρος τα πίσω. Στα ώπα-ώπα τoν είχαμε εδώ απάνω, στ’ αρχοντοχώρι μας· τίποτα δεν του έλειπε.
Πέρσι απομουρλάθηκε. Χούφταλο σωστό πια, και παρά τη λολάδα του, ίσως κι εξαιτίας της, το’ λεγε ακόμα η περδικούλα του. “Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους”, άρχισε να φωνάζει ένα απομεσήμερο, καθισμένος ανακούρκουδα κάτω απ’ τους αιωνόβιους πλατάνους τ’ Αγιωργιού. Τότε, τον είχαμε προλάβει.
Σηκώθηκε φαίνεται αξημέρωτα, ο τρισκατάρατος. Χαμπάρι δεν τον επήραμε· ετούτη τη φορά μας τονε λαμπάδιασε τον τόπο.
![]() |
| Η εικόνα είναι προϊόν τεχνητής νοημοσύνης |

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου