Ο γέρο-Κρης
Είναι ο τελευταίος των παλιών, των μπαρουτοκαπνισμένων. Ούτε κι ο ίδιος δεν ξέρει πόσω χρονώ.
Κάθεται στο μπεντένι όξω απ' το κονάκι του, ξανοίγοντας τους ξενομερίτες που περνούνε και τον τραβούνε φωτογραφίες. Λύνει το σαρίκι του. Η αύρα του Λιβυκού χαϊδεύει τώρα στοργικά την πλούσια, κατάλευκη κόμη του.
Αναλογίζεται τον εγγονό του που έχει μείνει ο τελευταίος που δουλεύει την πατρογονική γη· μέσα απ’ τα χέρια τού αρπάζουνε το βιός οι αετονύχηδες· τη μικρανηψιά του που αγόγγυστα σφουγγαρίζει σκάλες ξενοδοχείων· πείνα και των γονέων· ακόμα-ακόμα και την αφορεσμένη τη δισεγγόνα του θυμάται κι ας πονεί, που κυλιέται στους βούρκους της Χώρας.
Περισσότερο σκέφτεται τους σκορπισμένους στις τέσσερεις άκριες του ορίζοντα. Μερικούς αποθαμένους, στο σκοτισμένο του μυαλό, μισεμένους τους λογαριάζει κι αυτούς…
![]() |
| A.I. Generated Image |
"The Old Cretan" (Originally written in Greek)
He is the last of the old guard, the battle-hardened ones. Not even he knows his own age.
He sits on the stone rampart outside his quarters, gazing at the outsiders who pass by taking photographs of him. He unties his headscarf. The breeze of the Libyan Sea now gently caresses his rich, snow-white hair.
He thinks of his grandson, the last one left to work the ancestral land—his livelihood being snatched right out of his hands by swindlers; of his grandniece who scrubs hotel stairs without a word of complaint; abject poverty; he even recalls, painful as it is, his outcast great-granddaughter, who wallows in the mire of the town.
More than anything, he thinks of those scattered to the four corners of the horizon. Some of the dead, in his clouded mind, he counts among those who emigrated too…
★★★

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου