Στης Μαντάμ Ορτάνς
Διάβαζε η Ορτανσία, κρυφά, στο ημερολόγιο του γιού της: «Οίμοι! λέγων, ότι νυξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος, έρως της αμαρτίας.»
Κοινό μυστικό ότι παραμελούσε τη Μαρικίτα του, ένα γυναικάκι με μυαλουδάκι κοφτερό και κορμάκι ζουμερό σαν μυρωδάτο ροδάκινο· όχι ότι κι εκείνη καθόταν άπραγη· είχε βουίξει η πολίχνη.
Η πεθερά δεν έβγαζε άχνα. Ήξερε πως η νύφη της ξεπετούσε αράδα τους άντρες του τόπου, τους ίδιους που ο προκομένος ο κανακάρης της είχε πρωτοπάρει. Τι να έλεγε;
«Σόδομα και Γόμορρα» είχε φωνάξει κάποτε, μέσα στο καφενείο του Μουγκού, ο παππα-Σταύρος· μα ποιος του έδινε σημασία, έτσι εύθυμοι όπως ήμασταν όλοι...
Άνοιξε, που λέτε, το σπίτι της στον κόσμο, η κυρά-Ορτανσία· προσφέρει με το αζημίωτο και λικεράκι τώρα.
![]() |
| A.I. Generated Image |
Hortense read secretly in her son’s diary: “Alas! What night is to me, what dark and moonless frenzy of lawlessness, this love of sin.”
It was an open secret that he was neglecting his Marikita—a feisty little creature with a sharp mind and a body juicy as a ripe peach; not that she sat around idle, either—the town was buzzing.
The mother said not a peep. She knew her daughter-in-law was cycling through the local men in rows, the very ones her model son had sampled first. What could she say?
“Sodom and Gomorrah,” Father Stavros had shouted once inside The Mute’s coffeehouse; but who paid him any mind, the way we were all so merry...
So, you see, Madame Hortense opened her home to the world; and now she serves a cordial as well, and for a tidy sum.
★★★

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου