Κλέος Φθιτόν
Όταν αποβιβαστήκανε στα μέρη μας οι επίλεκτοι του Τάγματος του Αγίου Γεωργίου, μείναμε άφωνοι. Είχανε ταξιδέψει απ' τη μακρινή Μαρσίγια για να μας σώσουνε, είπανε. Ενθουσιαστήκαμε!
Μετά από χιλιόχρονη σκλαβιά, δακρυσμένοι βγάλαμε τ' αρχαία λάβαρα που μούχλιαζαν καταχωνιασμένα στα σεντούκια μας. Πήραμε ό,τι μπορούσαμε, άλλος δρεπάνι, άλλος τσεκούρι ή αξίνα· σηκώσαμε μπαϊράκι. Πήγαμε στην εκκλησία, πήραμε την ευλογία του Μητροπολίτη. Μπουλούκι κινήσαμε, πρώτος εγώ, ο Παναγιώταρος, να ξεκάνουμε τους ζαπιέδες του Αυθέντη.
Μας λιανίσανε στου Δαφνοπόταμου το γιοφύρι. Όσους γλυτώσαμε απ' το μαχαίρι, μας παλουκώσανε. Τα γυναικόπαιδα, σμάρι τα μαζέψανε για τα σκλαβοπάζαρα. Ξεκληρίστηκε η φυλή μας, σβηστήκανε οι τάφοι των προγόνων μας.
Μόνο το παπαδαριό κι οι προεστοί γλυτώσανε. Εγκαίρως είχανε επιβιβαστεί στο ίδιο τρικάταρτο που είχε κουβαλήσει τους δραγόνους…
| Εικόνα: Μάρη Βεργουλίδου |
★★★
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου