Σταυραδερφοί
Με το Φάνη; Αδερφοποιτοί! Αντάμα μέχρι το θάνατο, είπαμε όταν μπαρκάραμε. Ναυτεργάτες. Φτώχια καταραμένη, τι να κάμεις…
Μια δόση, αρόδο στην Αμβέρσα, είπαμε να κατέβουμε, ν’ ανάψουμε ένα κερί στη Βαγγελίστρα. “Εντάξει”, είπε ο καπετάνιος, γιατί μας συμπαθούσε. Το πρωινό ήταν χτικιάρικο, όλο μουντάδα· μετά τον εκκλησιασμό, βρεθήκαμε απόξω από ένα καπηλειό. Κοιταχτήκαμε και μπουκάραμε.
Αρχίσαμε, και δώστου τα βέλγικα τσίπουρα· σταματημό δεν είχαμε.
Στο ξαφνικό, ήρθε και στρογγυλοκάθισε απέναντί μας ο Διάολος ζωγραφιστός. Μπουκιά και συχώριο. “Τη θέλω”, του ψιθύρισα. “Όχι, εγώ”, πετάχτηκε όρθιος. Μιλούσε το οινόπνευμα. Λόγο στο λόγο, τραβήξαμε τις κάμες, αν έχεις στο Θεό σου: αλληλοσφαχτήκαμε για τα ωραία μάτια της Φλαμανδέζας…
Εδώ κάτου, στoν Άδη, σταυραδερφοί πάλι είμαστε, ώσπου να μας κουβαληθεί η μορφονιά.
Μετά, βλέπουμε…
![]() |
| “Antwerpen”; Photo-collage |
"Sworn Brothers" (Originally written in Greek)
Me and Fanis? Blood brothers! Together till death, we said when we shipped out. Merchant sailors. Damned poverty, what can you do…
Once, anchored off Antwerp, we went ashore to light a candle to Our Lady. The captain let us; he liked us. The morning was consumptive, all gloom. After church, we found ourselves outside a dive. Looked at each other and barged in.
We hit the Belgian firewater hard. No stopping us.
Suddenly, the Devil Himself came and planted across from us. A real knockout. "I want her," I whispered. "No, me," he snapped, jumping to his feet. It was the liquor talking. One thing led to another, we drew knives—believe it or not—we slaughtered each other over that Flemish girl's beautiful eyes…
Down here in Hades, sworn brothers still, until that stunner comes to find us.
After that, we'll see…

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου