Θεσσαλονίκη, 1957
Οι προξενήτρες μου δείξανε τη φωτογραφία του. Ομορφάντρας, μα λίγη του πέφτω κι εγώ; Προίκα τρανταχτή μου δίνουνε, κι η ομορφάδα μου είναι ξακουστή· πάταγο κάνω, όποτε ξεγλιστρώ της μάνας μου.
Δε χάνω καιρό, τρέχω ξεγλωσσισμένη να βρω την Ανθή. Ταράζεται με τα μαντάτα, καταπίνει τη γλώσσα της, κιτρινίζει.
-Επιτέλους, μπαίνει σ' εφαρμογή το σχέδιο μας, της ψιθυρίζω ενθαρρυντικά. Πέφτει απάνω μου μ' ένα λυγμό, μ' αγκαλιάζει σφιχτά. Σιγά-σιγά, ηρεμεί.
-Αχ! Πώς θέλω να δω την κοιλίτσα σου να φουσκώνει, μουρμουρίζει επιτέλους, και με κοιτάζει βαθιά στα μάτια. Τ' όμορφο μουτράκι της λάμπει από τρυφερότητα.
-Μην λησμονείς, όμως, τι μου έχεις υποσχεθεί: μόλις έρθει το παιδί στον κόσμο, θα τόνε φαρμακώσουμε, τον πεζεβέγκη.
Μου σφραγίζει το στόμα μ' ένα υγρό φιλί.
| A.I. Generated Image |
★★★
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου