Γκραζντάσκαγια
Αδελφοποιτοί ήτανε. Παντρευτήκανε δυο πρωτοξαδερφούλες Τατάρες, η μια ομορφότερη απ’ την άλλην· γεμίσανε τον κόσμο με κουτσούβελα. Ζούσανε φτωχικά μα μονιασμένοι, με μυρωδάτη μαχόρκα και στιφή βότκα από κριθάρι.
Ξαφνικά, αναποδογύρισε ο κόσμος τους· οι Στρατηγοί απλώσανε αγκαθωτά συρματοπλέγματα ανάμεσά τους, να ντυθούνε στο χακί απαιτήσανε, ν’ αλληλοφαγωθούνε.
Λιποταχτήσανε· η οικογένεια τους προστάτευσε, αλλά το πυροβολικό, ένθεν κακείθεν, είχε κάνει ρημαδιό τον τόπο. Το καμπαναριό της εκκλησίας μισογκρεμισμένο, το σχολειό αποκαΐδια...
Ένα ανοιξιάτικο σούρουπο ξεπορτίσανε για τσιγαράκι. Ο καιρός ήταν γλυκός κι η μποτίλια μισοτελειωμένη όταν, εκεί που τα λέγανε γελώντας, τους πήρε απρόσμενα ο διάολος.
Ήταν αμερικανικής κατασκευής ο δρόνος που τους εξαέρωσε. Ο “Κήρυκας”, ωστόσο, έγραψε για θύματα άνανδρης και ύπουλης ρωσικής επίθεσης κατά αμάχων στη Γκραζντάσκαγια* της Ουκρανίας.
____
*Γκραζντάσκαγια: Λογοπαίγνιο με την πρώτη λέξη του όρου "Гражданская война" που σημαίνει Εμφύλιος Πόλεμος στα Ρώσικα.
| Emil Gataullin Photography |
*Grazhdanskaya: A wordplay on the first word of the Russian term for "Civil War" (Гражданская война).
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου