Όψιμο Ξύπνημα
Οι σκουριασμένοι μεντεσέδες έτριξαν δυσοίωνα, καθώς άνοιγα τα παραθυρόφυλλα. Το εκτυφλωτικό φως έλουσε το υπνοδωμάτιο, μετριάζοντας κάπως το ζοφερό συναίσθημα που με πλάκωνε.
Είχα, φαίνεται, παρακοιμηθεί. Ντύθηκα βιαστικά και κατέβηκα στο καθιστικό. Παραξενεύτηκα που βρήκα μαζεμένη εκεί την παλιοπαρέα σε απαρτία. Ακόμα πιο περίεργο που όλοι τους, γυρίζοντας, με κοίταζαν άφωνοι, παγωμένοι, λες κι έβλεπαν κανένα φάντασμα.
Πρώτη-πρώτη, ούρλιαξε η Εύα. Αυτοστιγμής τινάχτηκε σαν ελατήριο κι εξαφανίστηκε στο βάθος του διαδρόμου. Μπουλούκι κι οι υπόλοιποι, πατείς με, πατώ σε, την ακολούθησαν έντρομοι προς την έξοδο.
Δεν καταλάβαινα απολύτως τίποτα, ώσπου είδα τη φωτογραφία μου να με κοιτάζει μέσα απ' την ανοιχτή εφημερίδα πάνω στο τραπέζι.
Μάλλον αδιάφορη, υπολόγισα ότι σύμφωνα με τη νεκρολογία, η εξόδιος ακολουθία μου είχε από ώρα σχολάσει.
Πρώτη Δημοσίευση
| Φωτογραφία του Γιώργου Καλφαμανώλη |
The rusty hinges creaked ominously as I pushed open the shutters. Blinding midday light flooded the bedroom, easing somewhat the gloomy weight that had been pressing down on me.
I had apparently overslept. I dressed hurriedly and went downstairs to the living room. I was rather surprised to find the whole old gang assembled there in full quorum. Even more peculiar, they all turned to look at me — speechless, frozen, as though they were seeing some ghost.
First to react was Eva. She screamed. In the same instant she sprang like a coil and vanished down the corridor. The others followed in a stampede, trampling over each other in their panic towards the exit.
★★★
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου