Μπαρότσαρκα
Καθισμένος στη μπάρα, περιμένοντας το τρίτο μου ποτό, την πρόσεξα να μπαίνει αεράτη.
Τι Θεά!
Μου κόπηκε η ανάσα συνειδητοποιώντας ότι με κάρφωνε. Της χαμογέλασα με νόημα. Ανταπέδωσε ναζιάρικα, και πλησιάζοντας νωχελικά, στρογγυλοκάθισε σιμά μου. Η αναπνοή της μύριζε μέντα· η δική μου στριφτά τσιγάρα και οινόπνευμα.
Την άρχισα στο ψηστήρι, ώσπου ο Μαξ επιτέλους δέησε να μας εξυπηρετήσει· μπροστά της άφησε έναν χυμό σαγκουινιού· ήξερε τις προτιμήσεις της.
Ρούφηξα μια γουλιά ουίσκι. Ύστερα τη ρώτησα με προσποιητό ενδιαφέρον: “Δεν πίνεις αλκοόλ;”
Τα βιολετιά της μάτια με κοίταξαν λαίμαργα. “Ελάχιστο”, γουργούρισε μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στ' όμορφο στοματάκι της.
Γέλασα ενδόμυχα με την παιδαριώδη σκέψη, μ' αναζητώντας ενστικτωδώς τα είδωλά μας στον απέναντι καθρέφτη, ένα παγωμένο χέρι έσφιξε την καρδιά μου.
"Bar Hopping" (Originally written in Greek)
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου