Άδολη Αγάπη

Πεινούσε και διψούσε· προσπαθούσε να την ξυπνήσει με κραυγές και κλάματα. Άδικος κόπος. Ξαπλωμένη στον μισοβουλιαγμένο καναπέ, ροχάλιζε. To τσιγάρο της κάπνιζε στο ξεχειλισμένο σταχτοδοχείο. 

Μεγαλώνοντας, περίμενε υπομονετικά να δουλέψει το τσίπουρο. Ύστερα, ξεπόρτιζε. Παράτησε το σχολείο στα δεκατέσσερα. Εκείνη είχε γεράσει πρόωρα.

Ενηλικιώθηκε μέσα στους υπνικούς της σπασμούς και τις αναθυμιάσεις του οινοπνεύματος. Βρωμερά πράγματα, που τ’ αγαπούσε τόσο όσο και την ίδια. Έκανε και φυλακή, ένα φεγγάρι. Μέσα απ’ το κελί, φρόντιζε να μην της λείπει τίποτα. 

Τώρα η μητέρα κείτεται ανάσκελα· σαν κοιμισμένη πάλι. Το δωμάτιο μυρίζει οικεία -κλεισούρα, ταμπάκο και αλκοόλ- μα το μπουκάλι έχει απομείνει μισογεμάτο και η σιωπή είναι εκκωφαντική. 

Ακούγεται ένας λυγμός που προσπαθεί να καταπιεί. Δυο χοντρά δάκρυα κυλούν στ’ αξύριστα μάγουλά του.


Πρώτη Δημοσίευση

“Shout #18", Misha Gordin Photography, 1986


"Undiluted Love" (Originally written in Greek)

He was hungry and thirsty; tried to wake her, screaming and crying. No use. She lay sprawled on the half-sunken couch, snoring. Her cigarette smoking in the overflowing ashtray.

Growing up, he waited patiently for the  tsípouro to do its work. After that, he could slip out. He quit school at fourteen. By then she'd aged early.

He came of age inside her drunken spasms and the fumes of the alcohol. Filthy things. He loved them as much as he loved her. He did some time too. From inside his cell, he made sure she never went without.

Now his mother lies on her back. Like she's sleeping again. The room smells familiar—stale air, tobacco, and alcohol—but the bottle's only half empty and the silence is deafening.

A sob trying to swallow itself. Two fat tears roll down his unshaved cheeks.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Διέξοδος

Το Ντοκουμέντο

57+17=74· αλλά ποιος μετράει;

USS Gerald R. Ford (CVN-78)

Της Φυλακής τα Σίδερα…

Α[μετα]νόητοι!

Εργατικό Aτύχημα

Αισιοδοξία

Θέωση

Λιποτάκτες